Η πεινασμένη γειτόνισσα Ζωή – Μια παιδική ιστορία που δεν με αφήνει να ησυχάσω

«Μαμά, γιατί η Ζωή δεν έχει ποτέ φαγητό στο ταπεράκι της;» ρώτησα ψιθυριστά, κοιτάζοντας από το παράθυρο το κορίτσι με τα μπερδεμένα μαλλιά και τα μεγάλα, θλιμμένα μάτια. Η μητέρα μου, με μια κίνηση γεμάτη αμηχανία, έσκυψε πάνω από το νεροχύτη και έκανε πως δεν άκουσε. Ήξερα όμως ότι την άγγιζε, όπως άγγιζε κι εμένα, αυτή η εικόνα της μικρής Ζωής που κάθε πρωί έβγαινε από το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, με τα ρούχα της να μυρίζουν μούχλα και το στομάχι της να γουργουρίζει.

Η πολυκατοικία μας στη Θεσσαλονίκη ήταν γεμάτη φωνές, μυρωδιές από φαγητά και καβγάδες που περνούσαν μέσα από τους τοίχους σαν να ήταν λεπτό χαρτί. Ο πατέρας της Ζωής, ο κύριος Στέλιος, ήταν γνωστός σε όλους. Το βράδυ, όταν επέστρεφε από το καφενείο, η φωνή του αντηχούσε στη σκάλα, βαριά από το ποτό και την απογοήτευση. Η Ζωή, μόλις επτά χρονών, έτρεχε να κρυφτεί πίσω από την πόρτα, να μην τη δει, να μην της φωνάξει. Κάποιες φορές, όταν η μητέρα μου έφτιαχνε φασολάδα ή γεμιστά, έβαζε λίγο παραπάνω στο πιάτο και μου έλεγε: «Πήγαινε το στη Ζωή, αλλά μην πεις τίποτα στον πατέρα της.»

Θυμάμαι μια μέρα, που η βροχή χτυπούσε τα τζάμια και το φως έμπαινε θαμπό στο σαλόνι μας. Η Ζωή καθόταν στο πλατύσκαλο, με τα γόνατα σφιγμένα στο στήθος. Πλησίασα διστακτικά, κρατώντας ένα κομμάτι ψωμί με τυρί. «Θες;» της είπα. Με κοίταξε με μάτια γεμάτα λαχτάρα, αλλά και φόβο. «Ο μπαμπάς λέει να μην παίρνω τίποτα από ξένους», ψιθύρισε. «Εγώ δεν είμαι ξένη, Ζωή. Είμαι η Μαρία, από το δίπλα διαμέρισμα.» Χαμογέλασε αχνά και άπλωσε το χέρι της. Τα δάχτυλά της ήταν παγωμένα, το δέρμα της τραχύ.

Τα βράδια, όταν έπεφτα για ύπνο, άκουγα τη φωνή του κυρίου Στέλιου να βρίζει, να σπάει πιάτα, να φωνάζει στη Ζωή για πράγματα που δεν καταλάβαινα. Η μητέρα μου έσφιγγε τα χείλη της και ο πατέρας μου έλεγε: «Δεν είναι δική μας δουλειά. Έτσι είναι οι άνθρωποι, δεν αλλάζουν.» Μα εγώ δεν μπορούσα να το δεχτώ. Κάθε φορά που έβλεπα τη Ζωή να περπατάει σκυφτή, με τα μάτια της καρφωμένα στο πάτωμα, ένιωθα μια θηλιά να σφίγγει το στήθος μου.

Μια μέρα, στο σχολείο, η δασκάλα μας, η κυρία Ελένη, ρώτησε τη Ζωή γιατί δεν είχε φέρει κολατσιό. Η Ζωή κοκκίνισε, κατέβασε το κεφάλι και ψιθύρισε: «Ξέχασα.» Τα παιδιά γέλασαν, αλλά εγώ ήξερα. Το μεσημέρι, όταν γυρίσαμε σπίτι, τη βρήκα να κάθεται στα σκαλιά, να κλαίει σιωπηλά. Κάθισα δίπλα της. «Θέλεις να έρθεις σπίτι μου; Η μαμά έφτιαξε παστίτσιο.» Με κοίταξε σαν να της είχα προσφέρει τον κόσμο όλο. «Δεν μπορώ. Αν το μάθει ο μπαμπάς, θα θυμώσει.»

Οι μέρες περνούσαν, κι εγώ προσπαθούσα να βρω τρόπους να τη βοηθήσω. Της έδινα κρυφά φρούτα, της άφηνα μικρά σημειώματα με ζωγραφιές. Μια φορά, της έδωσα ένα παλιό μου κουκλάκι. Το κράτησε σφιχτά, σαν να φοβόταν ότι θα της το πάρουν. «Ευχαριστώ, Μαρία», μου είπε. «Είσαι η μόνη που με προσέχει.» Εκείνη τη στιγμή, ένιωσα πως ήμουν υπεύθυνη για τη Ζωή, πως έπρεπε να κάνω κάτι παραπάνω.

Ένα βράδυ, άκουσα φασαρία από το διαμέρισμά τους. Η μητέρα μου έτρεξε να κλείσει τα παράθυρα, να μην ακούμε. Αλλά η φωνή του κυρίου Στέλιου ήταν τόσο δυνατή που έσπαγε τη σιωπή όλης της πολυκατοικίας. «Άχρηστη! Ούτε να μαγειρέψεις δεν ξέρεις! Τι να σε κάνω;» Η Ζωή έκλαιγε. Ήθελα να τρέξω, να χτυπήσω την πόρτα, να φωνάξω: «Αφήστε τη ήσυχη!» Μα τα πόδια μου ήταν βαριά, η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά.

Την επόμενη μέρα, η Ζωή δεν ήρθε σχολείο. Ούτε τη μεθεπόμενη. Ρώτησα τη μητέρα μου, αλλά εκείνη απέφυγε το βλέμμα μου. «Ίσως είναι άρρωστη», είπε. Μα ήξερα πως κάτι χειρότερο είχε συμβεί. Το βράδυ, είδα το φως στο διαμέρισμά τους σβηστό. Η πολυκατοικία ήταν πιο ήσυχη από ποτέ. Ένιωσα ένα κενό, μια απουσία που δεν μπορούσα να εξηγήσω.

Πέρασαν μέρες, εβδομάδες. Η Ζωή δεν ξαναφάνηκε. Άκουσα ψιθύρους στη γειτονιά, ότι ήρθε η πρόνοια, ότι την πήραν μακριά. Κανείς δεν ήξερε πού. Η μητέρα μου έλεγε πως ήταν για το καλό της. Ο πατέρας μου έλεγε πως τέτοια πράγματα συμβαίνουν παντού. Μα εγώ δεν μπορούσα να το δεχτώ. Κάθε φορά που περνούσα από το άδειο διαμέρισμα, ένιωθα τη σκιά της Ζωής να με ακολουθεί. Θυμόμουν το χαμόγελό της, τα μάτια της γεμάτα ελπίδα και φόβο μαζί.

Τα χρόνια πέρασαν. Μεγάλωσα, άλλαξα γειτονιά, έφτιαξα τη δική μου ζωή. Μα η ιστορία της Ζωής με ακολουθεί πάντα. Κάθε φορά που βλέπω ένα παιδί μόνο του, κάθε φορά που ακούω φωνές πίσω από κλειστές πόρτες, θυμάμαι εκείνα τα χρόνια στη Θεσσαλονίκη. Αναρωτιέμαι αν θα μπορούσα να κάνω κάτι παραπάνω. Αν η συμπόνια αρκεί, ή αν τελικά είμαστε όλοι ανήμποροι μπροστά στα λάθη των άλλων.

«Άραγε, πόσα παιδιά σαν τη Ζωή υπάρχουν ακόμα γύρω μας; Κι εμείς, τι κάνουμε γι’ αυτό;»