«Μαμά Μόνη στην Αθήνα: Πώς Επένδυσα Ό,τι Είχα για να Γίνω Μητέρα»

«Μα πού θα βρεις τα λεφτά, Ελένη; Και τι θα πει ο κόσμος;» Η φωνή της μητέρας μου αντηχούσε στο μικρό σαλόνι του διαμερίσματος μας στη Νέα Σμύρνη. Κρατούσα το χαρτί με τα αποτελέσματα της τελευταίας εξωσωματικής στα χέρια μου, τα δάχτυλα να τρέμουν. Ήμουν 38 χρονών, μόνη, με μια δουλειά που μόλις κάλυπτε τα έξοδα του μήνα. Και όμως, η επιθυμία μου να γίνω μητέρα ήταν πιο δυνατή από κάθε φόβο.

«Δεν με νοιάζει τι θα πει ο κόσμος, μαμά. Δεν αντέχω άλλο να περιμένω. Αν δεν το κάνω τώρα, ίσως να μην μπορέσω ποτέ.» Η φωνή μου έσπασε. Η μάνα μου με κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που μπερδεύει την αγάπη με την ανησυχία. Ήξερα πως δεν ήταν μόνο τα λεφτά που την τρόμαζαν. Ήταν η μοναξιά, η κοινωνική κατακραυγή, οι ψίθυροι στη γειτονιά.

Η απόφαση είχε παρθεί μήνες πριν. Είχα ήδη πουλήσει το παλιό αυτοκίνητο του πατέρα μου, είχα αδειάσει το λογαριασμό που κρατούσα για «μαύρη ώρα», και είχα δανειστεί από τη θεία Κατερίνα – πάντα διακριτική, πάντα στο πλευρό μου. Συνολικά, πάνω από 48.000 ευρώ είχαν φύγει σε εξετάσεις, φάρμακα, γιατρούς και κλινικές. Κάθε φορά που έμπαινα στο γραφείο του γιατρού, ένιωθα το στομάχι μου κόμπο.

«Ελένη, πρέπει να είσαι έτοιμη για όλα τα ενδεχόμενα», μου είχε πει ο γιατρός Παπαδόπουλος. «Δεν είναι σίγουρο ότι θα πετύχει.»

«Το ξέρω», του απάντησα. «Αλλά δεν έχω άλλη επιλογή.»

Οι μέρες περνούσαν αργά. Οι ενέσεις ορμονών με έκαναν να νιώθω ξένη με το ίδιο μου το σώμα. Τα βράδια έκλαιγα σιωπηλά στο μαξιλάρι μου, φοβούμενη πως όλη αυτή η προσπάθεια θα πήγαινε χαμένη. Η μάνα μου προσπαθούσε να με στηρίξει, αλλά συχνά κατέληγε να με πιέζει περισσότερο.

«Κι αν δεν τα καταφέρεις; Θα έχεις χάσει τα πάντα!»

«Ήδη νιώθω πως χάνω τον εαυτό μου αν δεν προσπαθήσω», της απαντούσα.

Στη δουλειά απέφευγα τα πολλά λόγια. Οι συνάδελφοι ψιθύριζαν πίσω από την πλάτη μου. «Η Ελένη πάει για εξωσωματική μόνη της; Ποιος είναι ο πατέρας;» Ένιωθα τα βλέμματα να με διαπερνούν κάθε φορά που έμπαινα στο γραφείο. Μόνο η φίλη μου η Μαρία ήξερε όλη την αλήθεια.

«Είσαι γενναία», μου είπε ένα βράδυ που πίναμε κρασί στο μπαλκόνι της. «Εγώ δεν θα τολμούσα ποτέ.»

«Δεν είναι θάρρος», της απάντησα. «Είναι ανάγκη.»

Όταν ήρθε η μέρα της εμβρυομεταφοράς, ήμουν μόνη στο δωμάτιο αναμονής. Κοίταζα το κινητό μου – κανένα μήνυμα από τη μάνα μου. Ήξερα πως δεν συμφωνούσε, αλλά βαθιά μέσα μου ήλπιζα να με στηρίξει έστω και την τελευταία στιγμή.

Οι επόμενες δύο εβδομάδες ήταν μαρτύριο. Κάθε μικρή ενόχληση στο σώμα μου με έκανε να ελπίζω ή να φοβάμαι. Όταν τελικά είδα το θετικό τεστ εγκυμοσύνης, λύγισα. Έκλαψα τόσο δυνατά που οι γείτονες χτύπησαν τον τοίχο.

Η εγκυμοσύνη δεν ήταν εύκολη. Οι εμετοί, η εξάντληση, οι φόβοι για αποβολή – όλα έμοιαζαν βουνό. Η μάνα μου άρχισε σιγά-σιγά να μαλακώνει.

«Θα σε βοηθήσω όσο μπορώ», είπε ένα βράδυ που με βρήκε να κοιμάμαι στον καναπέ.

Τα οικονομικά ήταν στενά. Έκοψα καφέδες, βόλτες, ακόμα και το ίντερνετ για δύο μήνες. Κάθε ευρώ πήγαινε σε εξετάσεις και βρεφικά είδη. Η θεία Κατερίνα έφερνε φαγητό και ρούχα από τα παλιά της παιδιά.

Όταν γεννήθηκε ο γιος μου, ο Νικόλας, ένιωσα ότι ο κόσμος σταμάτησε για μια στιγμή. Τον κράτησα στην αγκαλιά μου και υποσχέθηκα ότι θα κάνω τα πάντα για εκείνον.

Η ζωή ως μόνη μητέρα στην Ελλάδα δεν είναι εύκολη. Οι παιδικοί σταθμοί κοστίζουν ακριβά, οι δουλειές είναι λίγες και οι φίλοι σπάνια καταλαβαίνουν πραγματικά τι περνάς. Υπήρχαν νύχτες που ξυπνούσα ιδρωμένη από άγχος – πώς θα πληρώσω το νοίκι; Τι θα γίνει αν αρρωστήσω; Πώς θα του εξηγήσω όταν μεγαλώσει ότι δεν έχει πατέρα;

Ένα βράδυ, όταν ο Νικόλας ήταν τριών ετών και αρρώστησε βαριά, κάθισα δίπλα του στο κρεβάτι και προσευχήθηκα να έχω τη δύναμη να συνεχίσω. Η μάνα μου μπήκε στο δωμάτιο και κάθισε δίπλα μου.

«Συγγνώμη αν σε δυσκόλεψα», μου είπε χαμηλόφωνα. «Ήθελα απλώς να σε προστατέψω.»

Της έπιασα το χέρι και της χαμογέλασα μέσα στα δάκρυα.

Σήμερα ο Νικόλας είναι πέντε χρονών και γεμίζει το σπίτι μας φωνές και γέλια. Οι δυσκολίες δεν σταμάτησαν ποτέ – κάθε μέρα είναι μια νέα μάχη με τη γραφειοκρατία, τις προκαταλήψεις και την οικονομική ανασφάλεια. Όμως κάθε φορά που τον βλέπω να γελάει ή να με αγκαλιάζει σφιχτά, ξέρω ότι άξιζε κάθε ευρώ, κάθε δάκρυ, κάθε νύχτα αγωνίας.

Αλήθεια, τι σημαίνει τελικά οικογένεια; Είναι αίμα, είναι αγάπη ή είναι η επιλογή να σταθείς δίπλα σε κάποιον όποιο κι αν είναι το κόστος; Εσείς τι θα κάνατε αν βρισκόσασταν στη θέση μου;