«Μαμά, ξύπνα!» – Η ιστορία της επτάχρονης Ελένης που πάλεψε για τη ζωή της και των αδερφών της
«Μαμά, ξύπνα! Σε παρακαλώ, ξύπνα!» Η φωνή μου έσπαγε μέσα στο μικρό διαμέρισμα της Καλλιθέας, ενώ τα χέρια μου έτρεμαν πάνω από το σώμα της μαμάς. Ήταν πρωί, αλλά το φως που έμπαινε από το παράθυρο δεν έδιωχνε το σκοτάδι που είχε πέσει πάνω μας. Ο μικρός μου αδερφός, ο Γιώργος, μόλις πέντε χρονών, με κοιτούσε με μάτια γεμάτα τρόμο. Η Μαρία, μόλις τριών, είχε κουλουριαστεί στη γωνία του καναπέ και ρουφούσε το δάχτυλό της.
«Ελένη, γιατί δεν ξυπνάει η μαμά;» ψιθύρισε ο Γιώργος, και η φωνή του έσπασε την καρδιά μου. Δεν ήξερα τι να του πω. Η μαμά μας ήταν πάντα δυνατή, ακόμα κι όταν ο μπαμπάς έφυγε και μας άφησε μόνους. Αλλά τώρα, ήταν ξαπλωμένη στον καναπέ, με τα μάτια κλειστά και το πρόσωπό της χλωμό. Την είχα δει να παίρνει χάπια το προηγούμενο βράδυ, να πίνει λίγο νερό και να λέει πως όλα θα πάνε καλά. Αλλά τίποτα δεν πήγαινε καλά.
Πέρασαν ώρες. Ο ήλιος ανέβηκε ψηλά, αλλά η μαμά δεν κουνήθηκε. Η κοιλιά μου γουργούριζε, αλλά δεν τολμούσα να αφήσω τα αδέρφια μου μόνα τους. Πήγα στην κουζίνα, άνοιξα το ψυγείο – άδειο. Μόνο λίγο γάλα, που είχε αρχίσει να ξινίζει, και μια φέτα ψωμί. Έκοψα το ψωμί στα τρία και το μοίρασα. Η Μαρία έκλαψε, ήθελε τη μαμά της. Ο Γιώργος με ρώτησε αν θα πεθάνει η μαμά. Δεν απάντησα. Δεν ήξερα.
Το βράδυ, το σπίτι ήταν παγωμένο. Κουλουριαστήκαμε όλοι μαζί κάτω από μια κουβέρτα. Άκουγα τα αυτοκίνητα να περνούν απ’ έξω, τις φωνές από το διπλανό διαμέρισμα. Κανείς δεν ήξερε τι περνούσαμε. Κανείς δεν ήρθε να ρωτήσει. Ήμουν μόνη μου. Έπρεπε να γίνω η μαμά, να προστατέψω τα αδέρφια μου. Αλλά ήμουν μόνο επτά χρονών.
Τη δεύτερη μέρα, η πείνα έγινε αφόρητη. Η Μαρία είχε πυρετό. Ο Γιώργος έκλαιγε ασταμάτητα. Πήρα το τηλέφωνο της μαμάς και προσπάθησα να καλέσω τη θεία Άννα. Δεν απάντησε. Ήξερα ότι η μαμά δεν ήθελε να μιλάμε στη θεία – είχαν μαλώσει άσχημα για τα λεφτά που μας χρωστούσε ο μπαμπάς. Αλλά δεν είχα άλλη επιλογή. Ξαναδοκίμασα. Τίποτα.
Το απόγευμα, άκουσα φωνές από το δρόμο. Κοίταξα από το παράθυρο και είδα τη γειτόνισσα, την κυρία Σταυρούλα, να κουβαλάει σακούλες με ψώνια. Θυμήθηκα πώς κάποτε μας έφερνε κουλουράκια. Κατέβηκα τρέχοντας τις σκάλες, με τα μάτια πρησμένα από το κλάμα. «Κυρία Σταυρούλα!» φώναξα. Με κοίταξε ξαφνιασμένη. «Τι έπαθες, παιδί μου;»
Της είπα ψέματα. Είπα πως η μαμά κοιμάται και πως πεινάμε. Δεν ήθελα να πω την αλήθεια. Φοβόμουν ότι θα μας πάρουν μακριά. Μου έδωσε ένα κουλούρι και λίγο γάλα. «Πες στη μαμά σου να με πάρει τηλέφωνο όταν ξυπνήσει», είπε. Έγνεψα καταφατικά, αλλά ήξερα πως δεν θα ξυπνούσε.
Το βράδυ, η Μαρία είχε πυρετό. Έβαλα ένα βρεγμένο πανί στο μέτωπό της, όπως έκανε η μαμά. Ο Γιώργος με ρώτησε αν θα πεθάνουμε. «Όχι, δεν θα πεθάνουμε», του είπα, αλλά μέσα μου δεν ήμουν σίγουρη. Έκλαιγα σιωπηλά, για να μην με ακούσουν.
Την τρίτη μέρα, η μυρωδιά στο σπίτι είχε αλλάξει. Η μαμά ήταν ακόμα στον καναπέ, ακίνητη. Δεν άντεχα άλλο. Πήρα το τηλέφωνο και κάλεσα το 166. «Η μαμά μου δεν ξυπνάει», ψιθύρισα. Η φωνή στην άλλη άκρη με ρώτησε το όνομά μου, τη διεύθυνση. Φοβήθηκα, αλλά τα είπα όλα. Μου είπαν να μείνω ήρεμη, ότι θα έρθει βοήθεια.
Όταν ήρθαν οι διασώστες, όλα έγιναν γρήγορα. Μας πήραν αγκαλιά, μας έδωσαν νερό και κουβέρτες. Η μαμά δεν ξύπνησε ποτέ. Θυμάμαι το πρόσωπο της θείας Άννας όταν μπήκε στο σπίτι, το βλέμμα της γεμάτο ενοχές και φόβο. Μας πήρε μαζί της, αλλά τίποτα δεν ήταν πια το ίδιο.
Τα χρόνια πέρασαν, αλλά εκείνες οι τρεις μέρες με στοίχειωσαν. Η θεία Άννα προσπάθησε να μας μεγαλώσει, αλλά ποτέ δεν μπόρεσε να γεμίσει το κενό της μαμάς. Ο Γιώργος έγινε εσωστρεφής, η Μαρία φοβόταν να μείνει μόνη. Εγώ μεγάλωσα γρήγορα. Έμαθα να μην εμπιστεύομαι τους μεγάλους, να βασίζομαι μόνο στον εαυτό μου. Κάθε φορά που ακούω παιδικά κλάματα, θυμάμαι εκείνες τις νύχτες.
Μερικές φορές αναρωτιέμαι: αν είχα φωνάξει νωρίτερα, θα ζούσε η μαμά; Αν οι γείτονες είχαν προσέξει, θα ήταν αλλιώς η ζωή μας; Πόσα παιδιά στην Ελλάδα ζουν σιωπηλά τον δικό τους εφιάλτη, χωρίς να το ξέρει κανείς;
«Μαμά, ξύπνα…» ψιθυρίζω ακόμα μερικές νύχτες, και αναρωτιέμαι: Πόσες φορές ένα παιδί πρέπει να μεγαλώσει πριν την ώρα του; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;