«Όταν ο άντρας μου με έσπρωξε από το ελικόπτερο: Η αλήθεια που κανείς δεν περίμενε»
«Μαρία, δεν καταλαβαίνεις! Δεν μπορείς να συνεχίσεις έτσι!» φώναξε ο Νίκος, τα μάτια του γεμάτα θυμό και κάτι άλλο που δεν μπορούσα να διακρίνω—ίσως φόβο, ίσως ενοχή. Η φωνή του αντηχούσε μέσα στο μικρό ελικόπτερο που πετούσε πάνω από τον Σαρωνικό. Ήμουν έγκυος στον έκτο μήνα και το μωρό κλωτσούσε μέσα μου, σαν να ένιωθε κι εκείνο την ένταση.
«Τι εννοείς; Πού πάμε;» ρώτησα, προσπαθώντας να κρατήσω τη φωνή μου σταθερή. Ο πιλότος, ο κύριος Παναγιώτης, δεν μιλούσε. Τα χέρια του έτρεμαν ελαφρώς στο τιμόνι.
Όλα ξεκίνησαν πριν τρεις μήνες, όταν ο πατέρας μου, ο κύριος Στέλιος, πέθανε ξαφνικά από καρδιά. Ήμουν η μοναδική του κληρονόμος. Η περιουσία του—ξενοδοχεία στη Μύκονο, διαμερίσματα στην Αθήνα, ένα σπίτι στην Πλάκα γεμάτο αναμνήσεις—ήταν τώρα δικά μου. Ο Νίκος άλλαξε τότε. Έγινε πιο ψυχρός, πιο απόμακρος. Οι καβγάδες μας ήταν καθημερινοί.
«Δεν αντέχω άλλο! Θέλω να φύγω!» του είχα πει μια νύχτα, όταν με κατηγόρησε πως δεν τον εμπιστεύομαι. «Εσύ φταις που χάσαμε το παιδί πέρυσι!» μου πέταξε κατάμουτρα. Ένιωσα το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου.
Σήμερα, όμως, όλα ήταν διαφορετικά. Ο Νίκος είχε οργανώσει αυτή τη βόλτα με το ελικόπτερο ως «έκπληξη». Εγώ ήξερα ήδη. Είχα βρει τα μηνύματά του στο κινητό—συνομιλίες με τον δικηγόρο του, τον Μανώλη: «Αν η Μαρία φύγει από τη μέση, όλα δικά σου.»
Το ελικόπτερο χαμήλωσε πάνω από τη θάλασσα. Ο Νίκος έσκυψε προς το μέρος μου. «Ξέρεις πόσο σ’ αγαπάω;» ψιθύρισε με ένα χαμόγελο που δεν έφτανε στα μάτια του.
«Όχι όσο αγαπάς τα λεφτά μου», του απάντησα ήρεμα.
Τα μάτια του γούρλωσαν. «Τι εννοείς;»
«Ξέρω τα πάντα, Νίκο. Ξέρω για τον Μανώλη. Ξέρω τι σχεδιάζεις.»
Για μια στιγμή νόμιζα πως θα λυγίσει. Αντίθετα, άρπαξε το χέρι μου και προσπάθησε να με τραβήξει προς την πόρτα.
«Άνοιξέ την!» φώναξε στον Παναγιώτη. Ο πιλότος δίστασε.
«Δεν μπορώ…» ψιθύρισε.
Ο Νίκος τον απείλησε: «Θα χάσεις τη δουλειά σου! Άνοιξέ την τώρα!»
Η πόρτα άνοιξε και ο αέρας χτύπησε το πρόσωπό μου σαν μαχαίρι. Ο Νίκος με έσπρωξε με όλη του τη δύναμη. Ένιωσα το σώμα μου να αιωρείται για μια στιγμή στο κενό—και τότε ενεργοποίησα το μυστικό που είχα ετοιμάσει: ένα μικρό αλεξίπτωτο κάτω από το παλτό μου. Είχα φροντίσει να εκπαιδευτώ κρυφά τις τελευταίες εβδομάδες, όταν κατάλαβα τι σχεδίαζε.
Έπεσα στη θάλασσα με δύναμη, αλλά ζωντανή. Το νερό ήταν παγωμένο, η ανάσα μου κοβόταν. Κολύμπησα όσο πιο γρήγορα μπορούσα προς την ακτή της Βουλιαγμένης. Ένας ψαράς με βρήκε μισολιπόθυμη και με πήγε στο νοσοκομείο.
Όταν ξύπνησα, η μητέρα μου ήταν δίπλα μου. Τα μάτια της κόκκινα από το κλάμα.
«Μαρία μου… Τι σου έκανε αυτός ο άνθρωπος;»
Έκλαψα στην αγκαλιά της. «Ήθελε να με σκοτώσει για τα λεφτά…»
Η αστυνομία ήρθε αμέσως. Ο Νίκος είχε εξαφανιστεί. Ο Παναγιώτης συνελήφθη και ομολόγησε τα πάντα: «Με απείλησε… Δεν ήθελα να κάνω κακό στη Μαρία.»
Οι επόμενες εβδομάδες ήταν κόλαση. Οι εφημερίδες γέμισαν με τίτλους: «Εγκυος κληρονόμος θύμα απόπειρας δολοφονίας», «Ο σύζυγος εξαφανισμένος». Η οικογένεια του Νίκου με κατηγορούσε δημόσια: «Η Μαρία πάντα ήθελε να μας καταστρέψει! Αυτή φταίει!»
Η μητέρα μου στεκόταν βράχος δίπλα μου. Ο αδερφός μου, ο Γιώργος, ήρθε από τη Θεσσαλονίκη για να με στηρίξει. Όμως οι συγγενείς του Νίκου άρχισαν να τηλεφωνούν απειλώντας: «Θα σε βρούμε! Θα πάρουμε ό,τι μας ανήκει!»
Ένα βράδυ χτύπησαν το κουδούνι μας τρεις φορές δυνατά. Η καρδιά μου πήγε να σπάσει. Ήταν η θεία Ελένη, η αδερφή της μητέρας μου.
«Μαρία, πρέπει να σου πω κάτι… Ο πατέρας σου είχε κι άλλες διαθήκες. Δεν είσαι η μόνη κληρονόμος.»
Ένιωσα το πάτωμα να φεύγει κάτω από τα πόδια μου.
«Τι εννοείς;»
«Υπάρχει κι ένα παιδί που έκανε πριν πολλά χρόνια… Ένα αγόρι στην Κρήτη.»
Η μητέρα μου ξέσπασε: «Τώρα τα λες αυτά; Τώρα που κινδυνεύει η ζωή της κόρης μου;»
Η θεία Ελένη έκλαιγε: «Δεν ήξερα πώς να το πω…»
Έμεινα άυπνη εκείνο το βράδυ. Σκεφτόμουν τον πατέρα μου, τον Νίκο που με πρόδωσε, το μωρό που μεγάλωνε μέσα μου και τώρα έναν άγνωστο αδερφό στην Κρήτη.
Την επόμενη μέρα πήρα τηλέφωνο τον δικηγόρο μας.
«Κύριε Δημήτρη, είναι αλήθεια;»
«Δυστυχώς ναι, Μαρία. Υπάρχει κι άλλος κληρονόμος.»
Ο Νίκος ακόμα αγνοούνταν. Η αστυνομία βρήκε ίχνη του στην Αλβανία—είχε διαφύγει με πλαστό διαβατήριο. Ο Μανώλης συνελήφθη για συνέργεια.
Στο μεταξύ, εγώ πάλευα με τους δικούς μου δαίμονες: Τι θα πω στο παιδί μου όταν μεγαλώσει; Πώς θα του εξηγήσω ότι ο πατέρας του προσπάθησε να μας σκοτώσει;
Οι μήνες πέρασαν δύσκολα. Γέννησα ένα κοριτσάκι—την Ελπίδα—με καισαρική. Όταν την κράτησα πρώτη φορά στην αγκαλιά μου, υποσχέθηκα πως θα της λέω πάντα την αλήθεια.
Ο αδερφός από την Κρήτη εμφανίστηκε τελικά—ο Μανώλης (όχι ο δικηγόρος). Ήταν ένας απλός άνθρωπος, ψαράς κι αυτός.
«Δεν θέλω τα λεφτά σου», μου είπε όταν συναντηθήκαμε στο λιμάνι του Πειραιά. «Θέλω μόνο να ξέρω ποια ήταν η μάνα μου.»
Τον αγκάλιασα και έκλαψα μαζί του.
Σήμερα ζω με την Ελπίδα και τη μητέρα μου σε ένα μικρό σπίτι στη Βάρκιζα. Τα ξενοδοχεία τα διαχειρίζεται πλέον μια εταιρεία—δεν θέλω πια τίποτα από εκείνη τη ζωή.
Σκέφτομαι συχνά τον Νίκο: Τι τον έκανε τόσο άπληστο; Τι έχασα εγώ μέσα σε όλο αυτό;
Και αναρωτιέμαι: Πόσο καλά γνωρίζουμε στ’ αλήθεια τους ανθρώπους που αγαπάμε; Εσείς τι θα κάνατε αν βρισκόσασταν στη θέση μου;