Δάκρυα στην οθόνη: Όταν το ίδιο σου το παιδί σε ξεχνάει
«Μαμά, μπορείς να μου βάλεις λεφτά στην κάρτα;»
Η φωνή της Ελένης ακούγεται ψυχρή, σχεδόν βιαστική. Δεν με ρωτάει πώς είμαι, δεν με ρωτάει αν κοιμήθηκα καλά ή αν έφαγα. Μόνο αυτό: λεφτά. Σαν να είμαι ένα ΑΤΜ με φωνή.
Κλείνω τα μάτια και προσπαθώ να θυμηθώ πότε ήταν η τελευταία φορά που μιλήσαμε χωρίς να υπάρχει κάποιο αίτημα στη μέση. Πότε γελάσαμε μαζί; Πότε αγκαλιαστήκαμε χωρίς να βιαζόμαστε; Θυμάμαι εκείνα τα καλοκαίρια στο χωριό, που τρέχαμε στα χωράφια, που της έπλεκα κοτσίδες και μου έλεγε τα μυστικά της. Τώρα, είμαι μια σκιά στη ζωή της.
«Ελένη μου, είσαι καλά; Θέλεις να τα πούμε λίγο;» ρωτάω δειλά.
«Μαμά, βιάζομαι, έχω μάθημα. Σε παρακαλώ, αν μπορείς σήμερα.»
Η γραμμή κλείνει. Το δωμάτιο γεμίζει σιωπή. Κοιτάζω το κινητό μου, μήπως στείλει κάποιο μήνυμα. Τίποτα. Μόνο ειδοποιήσεις από την τράπεζα και διαφημίσεις.
Ο άντρας μου, ο Γιάννης, κάθεται στον καναπέ και διαβάζει εφημερίδα. «Πάλι η Ελένη;» ρωτάει χωρίς να με κοιτάξει.
«Ναι…» απαντώ χαμηλόφωνα.
«Άσ’ την να μεγαλώσει μόνη της. Όλο λεφτά ζητάει. Εμείς τι κάναμε στην ηλικία της; Δουλεύαμε!»
Θυμώνω μαζί του, αλλά δεν έχω τη δύναμη να τσακωθώ. Ξέρει πως πονάω, αλλά δεν μπορεί να καταλάβει. Για εκείνον, όλα είναι απλά: ή δίνεις ή δεν δίνεις. Για μένα όμως, κάθε φορά που της λέω «ναι», ελπίζω πως θα με θυμηθεί και για κάτι άλλο. Για μια αγκαλιά, για μια κουβέντα.
Το βράδυ δεν μπορώ να κοιμηθώ. Σκέφτομαι τα χρόνια που πέρασαν. Πώς φτάσαμε εδώ; Πού χάσαμε η μία την άλλη;
Η Ελένη ήταν πάντα το φως μου. Όταν ήταν μικρή, ήθελε να κοιμάται δίπλα μου. Με ρωτούσε για τα πάντα: γιατί ο ουρανός είναι μπλε, γιατί οι άνθρωποι κλαίνε, γιατί ο μπαμπάς δουλεύει τόσο πολύ. Της απαντούσα πάντα με υπομονή. Ήμουν εκεί σε κάθε της βήμα: στις πρώτες της λέξεις, στα πρώτα της βήματα, στις πρώτες αποτυχίες και επιτυχίες.
Όταν μπήκε στο πανεπιστήμιο στην Αθήνα, ένιωσα περηφάνια και φόβο μαζί. Ήξερα πως θα άλλαζε η σχέση μας, αλλά δεν περίμενα αυτή την απόσταση. Στην αρχή μιλούσαμε κάθε μέρα. Μετά κάθε εβδομάδα. Τώρα μόνο όταν χρειάζεται κάτι.
Η μητέρα μου έλεγε πάντα: «Τα παιδιά μεγαλώνουν για να φύγουν». Αλλά ποτέ δεν μου είπε πόσο πονάει αυτό το φευγιό.
Μια μέρα αποφασίζω να πάρω εγώ την πρωτοβουλία. Της στέλνω μήνυμα: «Ελένη μου, θέλεις να πάμε για καφέ όταν κατέβεις; Μου λείπεις.»
Η απάντηση έρχεται μετά από ώρες: «Δεν ξέρω αν προλαβαίνω μαμά, έχω διάβασμα και δουλειά.»
Κλαίω σιωπηλά στην κουζίνα. Ο Γιάννης μπαίνει και με βλέπει. «Τι έγινε πάλι;»
«Δεν θέλει ούτε για καφέ…» ψιθυρίζω.
«Άσ’ την! Θα γυρίσει όταν καταλάβει τι σημαίνει μάνα.»
Αλλά εγώ δεν θέλω να περιμένω μέχρι να καταλάβει. Θέλω να ζήσω τη σχέση μας τώρα.
Οι φίλες μου λένε πως όλα τα παιδιά έτσι είναι σήμερα. «Έχουν τις ζωές τους», λένε. «Μην το παίρνεις προσωπικά.» Αλλά πώς να μην το πάρω προσωπικά; Είναι το παιδί μου! Είναι το αίμα μου!
Μια Κυριακή αποφασίζω να πάω στην Αθήνα χωρίς να της το πω. Θέλω να της κάνω έκπληξη. Παίρνω το ΚΤΕΛ πρωί-πρωί και φτάνω στο διαμέρισμά της κατά το μεσημέρι.
Χτυπάω το κουδούνι με καρδιοχτύπι.
Η πόρτα ανοίγει και βλέπω μπροστά μου μια ξένη. Η Ελένη έχει αλλάξει: τα μαλλιά της κοντά, τα μάτια της κουρασμένα.
«Μαμά; Τι κάνεις εδώ;»
«Ήρθα να σε δω… Μου έλειψες.»
Με κοιτάζει αμήχανα.
«Δεν με πήρες καν τηλέφωνο… Έχω διάβασμα.»
«Θα φύγω σύντομα… Ήθελα μόνο να σε δω λίγο.»
Με βάζει μέσα από υποχρέωση. Το σπίτι ακατάστατο, γεμάτο βιβλία και άπλυτα πιάτα. Κάθομαι στον καναπέ και προσπαθώ να μην κλάψω.
«Θέλεις να σου μαγειρέψω κάτι;» ρωτάω.
«Όχι μαμά… Δεν πεινάω.»
Κάθομαι εκεί σαν ξένη στο ίδιο της το σπίτι.
Ξαφνικά χτυπάει το τηλέφωνό της.
«Ναι Μαρία… Ναι, θα έρθω σε λίγο…»
Μετά από λίγο σηκώνεται.
«Μαμά πρέπει να φύγω… Έχω κανονίσει με φίλους.»
Σηκώνομαι αργά.
«Να προσέχεις…» λέω μόνο.
Βγαίνω στο δρόμο και νιώθω πιο μόνη από ποτέ. Περπατάω στην Πανεπιστημίου ανάμεσα σε άγνωστα πρόσωπα και σκέφτομαι πόσο ξένη νιώθω στη ζωή του ίδιου μου του παιδιού.
Γυρίζοντας στο σπίτι, ο Γιάννης με ρωτάει:
«Πώς πήγε;»
«Δεν ήθελε ούτε να φάει μαζί μου…»
Κλείνομαι στο δωμάτιο και κοιτάζω παλιές φωτογραφίες: η Ελένη μωρό στην αγκαλιά μου, η πρώτη της μέρα στο σχολείο, οι διακοπές στη Χαλκιδική. Πού πήγε εκείνο το παιδί;
Τις επόμενες μέρες δεν επικοινωνεί καθόλου. Ούτε ένα μήνυμα αν έφτασα καλά, ούτε ένα «ευχαριστώ» για την επίσκεψη.
Αρχίζω να αναρωτιέμαι αν έκανα λάθη ως μητέρα. Μήπως την πίεσα πολύ; Μήπως δεν της έδωσα αρκετή ελευθερία; Μήπως τώρα πληρώνω τα λάθη μου;
Στο σούπερ μάρκετ συναντώ τη γειτόνισσα, τη Μαρία.
«Η κόρη σου καλά;»
«Καλά…» λέω ψέματα.
Όλοι νομίζουν πως έχουμε τέλεια σχέση. Κανείς δεν ξέρει πόσο πονάει η απόσταση αυτή.
Ένα βράδυ χτυπάει το τηλέφωνο. Είναι η Ελένη.
«Μαμά… Μπορείς να μου στείλεις λεφτά για το ενοίκιο;»
Αυτή τη φορά δεν απαντώ αμέσως.
«Ελένη… Μου λείπεις πολύ. Θέλω μόνο να σε ακούσω λίγο.»
Σιωπή στη γραμμή.
«Μαμά… Δεν έχω χρόνο τώρα.»
Κλείνει πάλι βιαστικά.
Κάθομαι στο τραπέζι και γράφω ένα γράμμα που ξέρω πως ίσως δεν διαβάσει ποτέ:
“Ελένη μου,
Δεν ξέρω πού χάσαμε η μία την άλλη. Ξέρω μόνο πως σε αγαπάω όσο τίποτα στον κόσμο και θα είμαι πάντα εδώ για σένα – όχι μόνο για τα λεφτά ή τις ανάγκες σου, αλλά για όσα δεν λες ποτέ σε κανέναν άλλο. Αν κάποτε θελήσεις να μιλήσεις, θα είμαι εδώ.”
Το αφήνω στο συρτάρι μαζί με τις φωτογραφίες μας.
Κάθε μέρα ελπίζω πως θα χτυπήσει το τηλέφωνο – όχι για λεφτά ή βοήθεια, αλλά για μια κουβέντα απλή: «Μαμά, τι κάνεις; Μου λείπεις.»
Αλήθεια… Πόσες μανάδες στην Ελλάδα νιώθουν έτσι; Πόσοι γονείς γίνονται σκιές στη ζωή των παιδιών τους χωρίς να ξέρουν το γιατί;