«Να πληρώσουμε χωριστά;» – Ένα πρώτο ραντεβού που άλλαξε τα πάντα στη ζωή μου
«Να πληρώσουμε χωριστά;»
Η φωνή του Νίκου διέκοψε απότομα τη ροή των σκέψεών μου. Κοίταξα το πρόσωπό του, προσπαθώντας να διαβάσω αν το είπε στα σοβαρά ή αν ήταν κάποιο αστείο που δεν κατάλαβα. Τα μάτια του απέφευγαν τα δικά μου, καρφωμένα στο λογαριασμό που μόλις είχε αφήσει ο σερβιτόρος στο τραπέζι μας.
«Εντάξει, όπως θες», ψέλλισα, νιώθοντας ένα κύμα αμηχανίας να με πλημμυρίζει. Δεν ήταν το ποσό – δεν με ένοιαζε να πληρώσω το μερίδιό μου. Ήταν η στιγμή, το νόημα πίσω από τη φράση του. Ήταν το πρώτο μας ραντεβού, μετά από εβδομάδες διαδικτυακής επικοινωνίας, γεμάτης υποσχέσεις, αστεία και όνειρα για το μέλλον. Και τώρα, όλα έμοιαζαν να γκρεμίζονται με μια μόνο πρόταση.
Η βραδιά είχε ξεκινήσει αλλιώς. Είχα φορέσει το αγαπημένο μου φόρεμα, εκείνο που η μαμά πάντα έλεγε πως μου πάει πολύ. «Να είσαι κομψή, αλλά όχι προκλητική», μου είχε πει πριν φύγω από το σπίτι. Ο πατέρας μου, όπως πάντα, είχε σχολιάσει: «Να προσέχεις τους άντρες, κόρη μου. Μην αφήνεις κανέναν να σε εκμεταλλευτεί». Η γιαγιά μου είχε προσθέσει με τη σοφία της: «Στην εποχή μας, ο άντρας πλήρωνε πάντα. Ήταν θέμα τιμής». Όλες αυτές οι φωνές αντηχούσαν μέσα μου καθώς περπατούσα προς το καφέ στην πλατεία Συντάγματος.
Ο Νίκος ήταν όπως τον είχα φανταστεί – λίγο πιο ψηλός από μένα, με ζεστό χαμόγελο και μάτια που έμοιαζαν να κρύβουν ιστορίες. Η συζήτηση κυλούσε αβίαστα στην αρχή. Μιλήσαμε για τα παιδικά μας χρόνια στη Θεσσαλονίκη, για τις σπουδές του στη Νομική και τη δική μου αγάπη για τη λογοτεχνία. Γελάσαμε με τα αστεία του για τα ελληνικά σίριαλ και συμφωνήσαμε πως τίποτα δεν συγκρίνεται με το φαγητό της μαμάς.
Όμως όσο περνούσε η ώρα, ένιωθα μια απόσταση να μεγαλώνει ανάμεσά μας. Ο Νίκος κοιτούσε συχνά το κινητό του, απαντούσε λακωνικά στις ερωτήσεις μου και απέφευγε να μιλήσει για το μέλλον. Προσπάθησα να κρατήσω τη συζήτηση ζωντανή, αλλά κάθε φορά που άγγιζα κάποιο πιο προσωπικό θέμα, εκείνος άλλαζε κουβέντα ή χαμογελούσε αμήχανα.
Όταν ήρθε ο λογαριασμός, περίμενα – ίσως αφελώς – πως θα έκανε την κίνηση να πληρώσει. Όχι γιατί το θεωρούσα υποχρέωσή του, αλλά γιατί έτσι είχα μάθει. Ήταν μια μικρή χειρονομία που για μένα σήμαινε ενδιαφέρον, φροντίδα. Όμως η ερώτησή του με προσγείωσε απότομα στην πραγματικότητα.
«Ξέρεις…», άρχισε διστακτικά καθώς βγαίναμε από το μαγαζί, «…δεν πιστεύω σε αυτά τα παλιά πρότυπα. Νομίζω πως είναι πιο τίμιο να μοιραζόμαστε τα πάντα από την αρχή».
Τον κοίταξα σιωπηλή. Ήθελα να του πω πως δεν ήταν το θέμα τα χρήματα, αλλά η διάθεση να δείξεις κάτι παραπάνω στο πρώτο ραντεβού. Πως μέσα μου κουβαλούσα τις προσδοκίες μιας ολόκληρης οικογένειας – μιας κοινωνίας ίσως – που ακόμα και σήμερα κρίνει τις σχέσεις με βάση τέτοιες λεπτομέρειες.
Γυρίζοντας σπίτι, η μαμά με περίμενε ξύπνια στον καναπέ.
«Πώς πήγε;» ρώτησε με ανυπομονησία.
«Καλά…», απάντησα μηχανικά, βγάζοντας τα παπούτσια μου.
«Σου άρεσε; Είναι καλό παιδί;»
«Δεν ξέρω…»
Η μαμά με κοίταξε εξεταστικά. «Πλήρωσε;»
Ένιωσα το πρόσωπό μου να κοκκινίζει. «Πληρώσαμε χωριστά».
Η απογοήτευση ήταν εμφανής στα μάτια της. «Αυτά είναι τα νέα ήθη; Τι να πω… Εμείς στην εποχή μας…»
«Μαμά, δεν είναι τόσο απλό», προσπάθησα να εξηγήσω. «Ίσως έχει δίκιο κι αυτός…»
«Δίκιο; Να πληρώνει η γυναίκα στο πρώτο ραντεβού; Πού πάμε;»
Η φωνή της αντήχησε στο σαλόνι και ξύπνησε τον πατέρα μου που μπήκε στη συζήτηση:
«Εγώ πάντως όταν γνώρισα τη μάνα σου, δεν θα τολμούσα ποτέ να την αφήσω να πληρώσει ούτε καφέ!»
Ένιωσα σαν να πνίγομαι ανάμεσα στις φωνές τους και τις δικές μου σκέψεις. Ήθελα να φωνάξω πως δεν είμαι πια παιδί, πως μπορώ να αποφασίζω μόνη μου τι σημαίνει για μένα μια σχέση. Αλλά δεν είπα τίποτα. Πήγα στο δωμάτιό μου και έκλεισα την πόρτα πίσω μου.
Το βράδυ ξάπλωσα χωρίς ύπνο. Σκεφτόμουν τον Νίκο – αν θα έπρεπε να τον ξαναδώ ή αν αυτό το μικρό περιστατικό ήταν αρκετό για να τελειώσει κάτι πριν καν αρχίσει. Σκεφτόμουν τη μαμά και τον μπαμπά – πόσο δύσκολο είναι να ξεφύγεις από τις προσδοκίες τους χωρίς να τους πληγώσεις. Σκεφτόμουν εμένα – πόσο εύκολα αφήνω τους άλλους να καθορίζουν τι αξίζω και τι δικαιούμαι.
Την επόμενη μέρα ο Νίκος έστειλε μήνυμα: «Πέρασα ωραία χθες. Θα ήθελα να σε ξαναδώ». Κοίταξα το κινητό για ώρα χωρίς να απαντήσω. Ήθελα; Ή μήπως απλά ήθελα να αποδείξω στους γονείς μου – και στον εαυτό μου – ότι μπορώ να κάνω τις δικές μου επιλογές;
Στο γραφείο οι συνάδελφοι σχολίαζαν τις δικές τους εμπειρίες από ραντεβού:
«Εγώ πάντα πληρώνω στο πρώτο ραντεβού», είπε η Μαρία.
«Εγώ προτιμώ να μοιραζόμαστε τα έξοδα», απάντησε η Ελένη.
«Εξαρτάται από τον άνθρωπο», συμπλήρωσε ο Γιώργος.
Άρχισα να αναρωτιέμαι: Μήπως τελικά όλα αυτά είναι απλά ρόλοι που παίζουμε; Μήπως η ουσία βρίσκεται αλλού;
Το βράδυ κάθισα στο μπαλκόνι με ένα ποτήρι κρασί και κοίταξα τα φώτα της πόλης. Θυμήθηκα τη γιαγιά μου που έλεγε πως «η αγάπη φαίνεται στις πράξεις». Αλλά ποιες πράξεις; Να πληρώσει τον λογαριασμό ή να σταθεί δίπλα σου όταν όλα καταρρέουν;
Πέρασαν μέρες χωρίς να απαντήσω στον Νίκο. Κάθε φορά που έπιανα το κινητό, ένιωθα ένα βάρος στο στήθος. Δεν ήξερα αν φοβόμουν την απόρριψη ή αν απλά δεν ήμουν έτοιμη να αντιμετωπίσω τον εαυτό μου χωρίς τα φίλτρα των άλλων.
Ένα βράδυ αποφάσισα να του τηλεφωνήσω.
«Γεια σου…»
«Γεια… χάρηκα που κάλεσες», απάντησε εκείνος διστακτικά.
«Σκέφτηκα πολύ αυτό που έγινε… Δεν ξέρω αν έχει σημασία για σένα, αλλά για μένα ήταν δύσκολο», του είπα ειλικρινά.
«Το καταλαβαίνω… Δεν ήθελα να σε φέρω σε δύσκολη θέση. Απλά έτσι έχω μάθει κι εγώ… Να μην θεωρείται δεδομένο τίποτα», είπε ήρεμα.
Σιωπή στην άλλη άκρη της γραμμής.
«Θες να ξαναβρεθούμε; Να μιλήσουμε ανοιχτά;»
Σκέφτηκα λίγο πριν απαντήσω: «Ναι… αλλά αυτή τη φορά θέλω να είμαι εγώ ο εαυτός μου».
Βρεθήκαμε ξανά σε ένα μικρό καφέ στα Εξάρχεια. Αυτή τη φορά δεν υπήρχαν προσδοκίες ούτε κανόνες – μόνο δύο άνθρωποι που προσπαθούσαν να γνωριστούν πραγματικά. Μιλήσαμε για φόβους, όνειρα και λάθη. Για τις οικογένειές μας και τις πιέσεις που νιώθουμε καθημερινά στην Ελλάδα του σήμερα – την ανεργία, την ανασφάλεια, την ανάγκη για αποδοχή.
Όταν ήρθε ο λογαριασμός, γελάσαμε και οι δύο.
«Να πληρώσουμε χωριστά ή μαζί;» ρώτησα εγώ αυτή τη φορά.
«Όπως νιώθεις», απάντησε εκείνος χαμογελώντας.
Και τότε κατάλαβα πως η ουσία δεν ήταν ποτέ στο ποιος θα πληρώσει τον καφέ – αλλά στο ποιος θα σταθεί δίπλα σου όταν χρειαστείς ένα χέρι να κρατηθείς.
Αναρωτιέμαι ακόμα: Πόσες φορές αφήνουμε τις προσδοκίες των άλλων να καθορίζουν τις επιλογές μας; Και τελικά… ποιος είναι ο πραγματικός εαυτός μας όταν σβήσουν όλα τα φώτα;