Πώς προσπάθησα να κρατήσω μακριά τους απρόσκλητους συγγενείς που διέλυαν κάθε οικογενειακή γιορτή – Η ιστορία μου

«Ελένη, πάλι θα έρθει η θεία Κατίνα; Δεν την κάλεσες!» φώναξε η μητέρα μου από την κουζίνα, ενώ ανακάτευε το γιουβέτσι. Η φωνή της είχε μια δόση απόγνωσης, σαν να ήξερε ήδη την απάντηση. Κοίταξα έξω από το παράθυρο και είδα το παλιό Fiat του θείου Μανώλη να παρκάρει ακριβώς μπροστά στην αυλή μας. Ήταν ακόμα νωρίς, αλλά ήξερα πως σε λίγα λεπτά θα γεμίζαμε με φωνές, γέλια και – όπως πάντα – καβγάδες.

Από μικρή θυμάμαι τις οικογενειακές μας συγκεντρώσεις να μετατρέπονται σε πεδίο μάχης. Η γιαγιά μου, η κυρία Αργυρώ, καθόταν πάντα στην κεφαλή του τραπεζιού και προσπαθούσε να κρατήσει τα προσχήματα. Ο πατέρας μου, ο κύριος Νίκος, έπινε το κρασί του σιωπηλός, ενώ η μητέρα μου, η κυρία Μαρία, έτρεχε πάνω-κάτω με το δίσκο. Όμως οι απρόσκλητοι συγγενείς – η θεία Κατίνα με τον σύζυγό της, ο ξάδερφος Στέλιος που πάντα έφερνε μαζί του καινούργιες φίλες, ακόμα και ο θείος Πάνος που είχε να μας δει χρόνια – εμφανίζονταν χωρίς προειδοποίηση και αναστάτωναν τα πάντα.

«Μαμά, δεν μπορώ άλλο αυτή την κατάσταση», της είπα χαμηλόφωνα. «Κάθε φορά που έχουμε γιορτή, έρχονται όλοι χωρίς να ρωτήσουν. Δεν είναι σωστό.»

Η μητέρα μου με κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που λέει «μην τα βάζεις με την οικογένεια». «Ελένη μου, έτσι είναι οι Έλληνες. Η οικογένεια είναι πάνω απ’ όλα. Δεν μπορείς να τους κλείσεις την πόρτα.»

Αλλά εγώ δεν άντεχα άλλο. Κάθε φορά που ερχόταν η θεία Κατίνα, άρχιζε να σχολιάζει το φαγητό («Το ρύζι σου βγήκε λίγο άψητο, Μαρία»), να κάνει παρατηρήσεις για το σπίτι («Πότε θα βάψετε επιτέλους αυτόν τον τοίχο;») και να ανακατεύεται σε συζητήσεις που δεν την αφορούσαν. Ο ξάδερφος Στέλιος έφερνε πάντα κάποια κοπέλα που κανείς δεν ήξερε και στο τέλος της βραδιάς κατέληγε να τσακώνεται με τον θείο Μανώλη για το ποδόσφαιρο ή την πολιτική.

Ένα βράδυ, μετά από μια ιδιαίτερα έντονη γιορτή – ήταν τα γενέθλια του μικρού μου αδερφού, του Γιώργου – βγήκα στο μπαλκόνι για να πάρω αέρα. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά από τα νεύρα. Η θεία Κατίνα είχε καταφέρει να κάνει τη μητέρα μου να κλάψει με τα σχόλιά της για το φαγητό και ο πατέρας μου είχε φύγει νωρίτερα από το τραπέζι, λέγοντας πως «δεν αντέχει άλλο αυτή τη φασαρία».

Τότε πήρα μια απόφαση: στην επόμενη γιορτή θα έβαζα όρια. Θα τους έλεγα ξεκάθαρα ότι δεν είναι ευπρόσδεκτοι αν δεν έχουν προσκληθεί. Το στομάχι μου σφίχτηκε στη σκέψη και μόνο – ήξερα πως κάτι τέτοιο στην Ελλάδα θεωρείται σχεδόν ιεροσυλία.

Όταν πλησίαζε η γιορτή της μητέρας μου, κάλεσα μόνο τους στενούς συγγενείς: τον θείο Κώστα με τη θεία Ελένη και τα ξαδέρφια μου που μένουν δίπλα. Δεν είπα τίποτα στη θεία Κατίνα ούτε στον ξάδερφο Στέλιο. Η μητέρα μου με κοίταξε ανήσυχη: «Ελένη, είσαι σίγουρη; Θα παρεξηγηθούν.»

«Δεν αντέχω άλλο μαμά», της απάντησα. «Πρέπει κάποιος να βάλει ένα τέλος.»

Την ημέρα της γιορτής όλα πήγαιναν καλά μέχρι που χτύπησε το κουδούνι. Άνοιξα την πόρτα και είδα τη θεία Κατίνα με ένα κουτί γλυκά στο χέρι και ένα ψεύτικο χαμόγελο στα χείλη.

«Καλησπέρα! Δεν μας περιμένατε ε;» είπε ειρωνικά.

«Θεία… δεν σε καλέσαμε αυτή τη φορά», της είπα όσο πιο ήρεμα μπορούσα.

Το βλέμμα της σκοτείνιασε. «Δηλαδή τώρα κάνετε γιορτή και δεν καλείτε την οικογένεια; Τι ντροπή!»

Η μητέρα μου πετάχτηκε από την κουζίνα, προσπαθώντας να σώσει την κατάσταση. «Κατίνα μου, δεν ήταν τίποτα σπουδαίο…»

Αλλά η θεία Κατίνα είχε ήδη αρχίσει να φωνάζει: «Εγώ τόσα χρόνια σας στάθηκα! Και τώρα με πετάτε έξω;»

Ο θείος Μανώλης μπήκε κι αυτός στη μέση: «Ελένη, αυτά δεν είναι σωστά πράγματα. Η οικογένεια είναι ιερή.»

Ένιωσα τα μάτια όλων πάνω μου. Ο πατέρας μου έσκυψε το κεφάλι του απογοητευμένος. Ο αδερφός μου με κοίταξε σαν να είχα διαπράξει έγκλημα.

«Δεν θέλω να μαλώσουμε», είπα τρέμοντας. «Αλλά κάθε φορά που έρχεστε απρόσκλητοι γίνεται φασαρία. Θέλω λίγη ηρεμία.»

Η θεία Κατίνα άφησε τα γλυκά πάνω στο τραπέζι και βγήκε έξω φουριόζα. Ο θείος Μανώλης την ακολούθησε, ρίχνοντας ένα βλέμμα απογοήτευσης στη μητέρα μου.

Το υπόλοιπο βράδυ κύλησε αμήχανα. Κανείς δεν μιλούσε πολύ. Η μητέρα μου έκλαιγε στην κουζίνα κι εγώ ένιωθα ενοχές αλλά και μια περίεργη ανακούφιση.

Τις επόμενες μέρες το τηλέφωνο δεν σταμάτησε να χτυπάει. Η θεία Κατίνα διέδιδε σε όλο το σόι ότι «η Ελένη μας πέταξε έξω» και πως «δεν σέβεται τίποτα». Ο πατέρας μου ήταν ψυχρός μαζί μου και η μητέρα μου προσπαθούσε να κρατήσει ισορροπίες.

«Ελένη», μου είπε ένα βράδυ η μητέρα μου, «καταλαβαίνω τι ήθελες να κάνεις… αλλά μήπως ήταν υπερβολικό;»

«Μαμά, πότε θα μάθουμε να βάζουμε όρια; Πρέπει πάντα να υποφέρουμε για χάρη της “οικογένειας”;»

Η συζήτηση αυτή κράτησε ώρες. Ο καθένας είχε τη δική του άποψη: άλλοι έλεγαν πως καλά έκανα, άλλοι πως κατέστρεψα τις σχέσεις μας.

Πέρασαν μήνες μέχρι να ξαναμιλήσουμε με τη θεία Κατίνα. Όταν τελικά συναντηθήκαμε σε μια άλλη οικογενειακή εκδήλωση – αυτή τη φορά σε σπίτι άλλου συγγενή – η ατμόσφαιρα ήταν βαριά. Κανείς δεν ήθελε να ανοίξει το θέμα αλλά όλοι το σκέφτονταν.

Σήμερα, χρόνια μετά, ακόμα αναρωτιέμαι αν έκανα το σωστό. Από τότε οι οικογενειακές μας γιορτές είναι πιο ήρεμες αλλά λείπει κάτι – ίσως εκείνο το χάος που κάνει τις ελληνικές οικογένειες μοναδικές.

Μήπως τελικά πρέπει να δεχόμαστε τους συγγενείς μας όπως είναι; Ή μήπως αξίζει περισσότερο η δική μας ψυχική ηρεμία; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;