Πουρές, κοτόπουλο και ένα διαζύγιο που δεν ήρθε ποτέ: Η ιστορία της Μαρίας από τα Πατήσια
«Μαρία, πάλι πουρές; Δεν βαρέθηκες;» Η φωνή του Νίκου αντήχησε στην κουζίνα, ανάμεσα στα πιάτα και τις κατσαρόλες. Κρατούσα το κουτάλι σφιχτά, τόσο που τα δάχτυλά μου άσπρισαν. Ο μικρός ο Γιάννης έπαιζε με το αυτοκινητάκι του στο πάτωμα, αδιάφορος για τη γκρίνια του πατέρα του.
«Δεν είχα χρόνο να μαγειρέψω κάτι άλλο, Νίκο. Δουλεύω όλη μέρα, το ξέρεις», απάντησα, προσπαθώντας να κρατήσω τη φωνή μου σταθερή. Ήξερα όμως πως το βλέμμα του θα με διαπερνούσε, όπως κάθε φορά που ένιωθε πως δεν ήμουν αρκετή.
«Όλοι δουλεύουμε, Μαρία. Αλλά εγώ δεν ξεχνάω τις υποχρεώσεις μου», είπε και έσπρωξε το πιάτο μακριά του. Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται. Πόσες φορές ακόμα θα άντεχα αυτή τη σκηνή; Πόσες φορές θα έπρεπε να απολογούμαι για τα πάντα;
Το σπίτι μας στα Πατήσια ήταν μικρό, γεμάτο φωνές και σκιές. Τα απογεύματα μύριζαν υγρασία και τηγανητό λάδι από τα διπλανά διαμερίσματα. Οι τοίχοι ήταν λεπτοί – άκουγα συχνά τη γειτόνισσα, τη κυρία Ελένη, να μαλώνει τον άντρα της για τα λεφτά που χάλασε στο πρακτορείο ΟΠΑΠ. Σκέφτηκα πόσο μοιάζουν οι ζωές μας, πόσο εύκολα γλιστράμε όλοι στην ίδια ρουτίνα.
Εκείνο το βράδυ, όμως, κάτι είχε αλλάξει μέσα μου. Είχα κουραστεί να νιώθω αόρατη. Όταν ο Νίκος έφυγε για να δει τον Παναθηναϊκό στο καφενείο, έβαλα τον Γιάννη για ύπνο και κάθισα μόνη στο τραπέζι. Το φως της λάμπας έπεφτε πάνω στον πουρέ που είχε μείνει μισοφαγωμένος. Έκλαψα σιωπηλά – όχι για τον πουρέ ή το κοτόπουλο, αλλά για όλα όσα δεν είχα πει ποτέ.
Θυμήθηκα τη μάνα μου, τη Σοφία, που πάντα έλεγε «Η γυναίκα πρέπει να αντέχει». Εκείνη άντεξε έναν πατέρα βίαιο και σκληρό, κι εγώ μεγάλωσα πιστεύοντας πως η αγάπη είναι κάτι που κερδίζεις με θυσίες. Όμως πόσες θυσίες είναι αρκετές; Πόσες φορές πρέπει να καταπιείς τον θυμό σου;
Την επόμενη μέρα πήγα στη δουλειά – σε ένα λογιστικό γραφείο στην Αχαρνών. Η κυρία Κατερίνα, η προϊσταμένη μου, με ρώτησε αν είμαι καλά. «Φαίνεσαι κουρασμένη», είπε με εκείνο το βλέμμα που ξέρει περισσότερα απ’ όσα λέει. Ήθελα να της πω τα πάντα – για τον Νίκο, για τη μοναξιά μου, για το ότι νιώθω πως πνίγομαι – αλλά απλώς χαμογέλασα αδύναμα.
Το απόγευμα γύρισα σπίτι και βρήκα τον Νίκο στον καναπέ, με το κινητό στο χέρι. «Πού ήσουν; Άργησες», είπε χωρίς να με κοιτάξει. «Στη δουλειά», απάντησα κοφτά. Δεν είχα κουράγιο για άλλη μια συζήτηση-μονολόγο.
Το βράδυ εκείνο, καθώς έβαζα τον Γιάννη για ύπνο, με ρώτησε: «Μαμά, γιατί μαλώνετε με τον μπαμπά;» Έμεινα άφωνη. Πώς να εξηγήσεις σε ένα παιδί ότι η αγάπη μπορεί να γίνει βάρος;
«Δεν μαλώνουμε, αγάπη μου. Απλώς… καμιά φορά οι μεγάλοι κουράζονται», ψιθύρισα και τον φίλησα στο μέτωπο.
Τις επόμενες μέρες η ένταση μεγάλωνε. Ο Νίκος γινόταν όλο και πιο απόμακρος. Μια μέρα βρήκα ένα μήνυμα στο κινητό του – «Σε περιμένω αύριο» έγραφε μια Άννα. Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά. Δεν ήξερα αν έπρεπε να ουρλιάξω ή να γελάσω ειρωνικά.
Το ίδιο βράδυ τον αντιμετώπισα:
«Ποια είναι η Άννα;»
Με κοίταξε ψυχρά. «Μια φίλη από τη δουλειά.»
«Φίλη; Ή κάτι παραπάνω;»
Σιώπησε για λίγο και μετά σηκώθηκε απότομα. «Δεν αντέχω άλλο αυτή τη μιζέρια! Όλο παράπονα είσαι!»
Ένιωσα το πάτωμα να φεύγει κάτω από τα πόδια μου. Για πρώτη φορά σκέφτηκα σοβαρά το διαζύγιο. Τι θα έλεγε η μάνα μου; Τι θα έλεγαν οι γείτονες; Θα άντεχα μόνη μου;
Τις επόμενες εβδομάδες ζούσαμε σαν ξένοι στο ίδιο σπίτι. Ο Γιάννης είχε γίνει σιωπηλός – δεν ήθελα να του στερήσω την παιδική του αθωότητα, αλλά ήξερα πως καταλάβαινε περισσότερα απ’ όσα νόμιζα.
Ένα βράδυ πήγα στη μάνα μου. Καθίσαμε στην κουζίνα της, πίνοντας ελληνικό καφέ.
«Μαμά… δεν αντέχω άλλο», της είπα με δάκρυα στα μάτια.
Με κοίταξε αυστηρά: «Κανένας γάμος δεν είναι εύκολος, Μαρία. Εσύ διάλεξες τον Νίκο.»
«Και αν έκανα λάθος; Αν δεν μπορώ άλλο;»
«Τα παιδιά θέλουν και τους δύο γονείς τους», είπε ψυχρά.
Ένιωσα μόνη όσο ποτέ. Η μάνα μου δεν θα με στήριζε ποτέ σε ένα διαζύγιο – ήταν θέμα τιμής για εκείνη.
Γύρισα σπίτι αποφασισμένη να μιλήσω στον Νίκο. Τον βρήκα στην κουζίνα, να τρώει μόνος του.
«Νίκο… πρέπει να μιλήσουμε.»
Με κοίταξε βαριεστημένα: «Τι θες πάλι;»
«Δεν πάει άλλο έτσι. Αν δεν θέλεις να είμαστε μαζί… ας το τελειώσουμε.»
Σήκωσε τους ώμους: «Κάνε ό,τι θες.»
Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα καθόλου. Σκεφτόμουν τον Γιάννη – πώς θα του εξηγήσω ότι ο κόσμος του αλλάζει; Σκεφτόμουν τη μάνα μου – πώς θα αντέξω την απογοήτευσή της;
Την επόμενη μέρα πήγα σε μια δικηγόρο στη Νέα Ιωνία. Της είπα όλη την ιστορία – για τον Νίκο, την Άννα, τη μοναξιά μου.
«Θέλετε πραγματικά να χωρίσετε ή απλώς θέλετε να αλλάξει κάτι στη ζωή σας;» με ρώτησε.
Δεν ήξερα τι να απαντήσω.
Γύρισα σπίτι και βρήκα τον Νίκο να παίζει με τον Γιάννη. Για μια στιγμή φάνηκε σαν παλιά – σαν τότε που γελούσαμε όλοι μαζί στις Κυριακές στο Θησείο.
Το βράδυ κάθισα δίπλα του στον καναπέ.
«Νίκο… Θυμάσαι πώς ήμασταν όταν γνωριστήκαμε;»
Με κοίταξε σκεφτικός: «Άλλαξαν πολλά.»
«Ναι… Αλλά ίσως μπορούμε να προσπαθήσουμε ξανά.»
Δεν απάντησε αμέσως. Μετά από λίγο είπε: «Για τον Γιάννη… ας προσπαθήσουμε.»
Έτσι δεν χώρισα ποτέ – όχι γιατί φοβήθηκα, αλλά γιατί ήθελα να δώσω άλλη μια ευκαιρία σε αυτό που κάποτε ήταν αγάπη.
Αλλά ακόμα αναρωτιέμαι: Πόσες φορές αξίζει να προσπαθείς πριν παραδοθείς; Και τι σημαίνει τελικά «ευτυχία» όταν όλα γύρω σου μοιάζουν στάσιμα;
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;