«Όταν ο Νίκος και η μάνα του ήταν στη λαϊκή, εγώ μάζεψα τα πράγματά μου και γύρισα στη μάνα μου» – Η απόδραση μιας μάνας από την αόρατη φυλακή
«Πού πας πάλι; Δεν μπορείς να περιμένεις να γυρίσουμε;» Η φωνή της πεθεράς μου, της κυρίας Ελένης, αντηχούσε ακόμα στ’ αυτιά μου, παρόλο που εκείνη τη στιγμή στεκόμουν ήδη μπροστά στην πόρτα, με το χέρι στο χερούλι της βαλίτσας. Η μικρή μου, η Μαρία, με κοιτούσε με μεγάλα μάτια γεμάτα απορία. Δεν ήξερε τι γινόταν, αλλά ένιωθε την ένταση στον αέρα.
«Μαμά, γιατί είσαι λυπημένη;» ψιθύρισε. Δεν ήξερα τι να της απαντήσω. Πώς να εξηγήσεις σ’ ένα παιδί ότι το σπίτι της δεν είναι πια σπίτι;
Την προηγούμενη νύχτα, ο Νίκος είχε γυρίσει αργά. Η δουλειά στο συνεργείο τον είχε εξαντλήσει – ή τουλάχιστον έτσι έλεγε. Εγώ είχα ήδη βάλει τη Μαρία για ύπνο και καθόμουν στην κουζίνα, προσπαθώντας να φάω κάτι. Εκείνος μπήκε μέσα, άνοιξε το ψυγείο και πέταξε το φαγητό που είχα μαγειρέψει.
«Πάλι φακές; Δεν βαρέθηκες;»
Έσκυψα το κεφάλι. Δεν είχα κουράγιο να απαντήσω. Ήξερα ότι αν έλεγα κάτι, θα ξεκινούσε ο καβγάς. Κι όμως, εκείνο το βράδυ δεν άντεξα.
«Νίκο, κάνω ό,τι μπορώ. Δεν έχουμε λεφτά για κρέας κάθε μέρα.»
Με κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που με έκανε να νιώθω μικρή, ασήμαντη. «Αν δεν μπορείς να τα βγάλεις πέρα, να πας στη μάνα σου!»
Ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Όλο το βράδυ δεν έκλεισα μάτι. Σκεφτόμουν τη ζωή μου: τα όνειρα που είχα όταν ήμουν κορίτσι στο Γύθειο, τα καλοκαίρια στη θάλασσα, τις ελπίδες για μια οικογένεια γεμάτη αγάπη. Πώς κατέληξα εδώ; Να φοβάμαι να μιλήσω στο ίδιο μου το σπίτι;
Το πρωί, η κυρία Ελένη ήρθε να πάρει τη Μαρία για τη λαϊκή. «Θα πάμε να πάρουμε φρούτα, έλα κι εσύ αν θες.» Της χαμογέλασα ψεύτικα και είπα πως έχω δουλειές.
Μόλις έκλεισε η πόρτα πίσω τους, άρχισα να μαζεύω τα πράγματά μας. Έβαλα λίγα ρούχα σε μια τσάντα, πήρα το αγαπημένο αρκουδάκι της Μαρίας και το βιβλίο με τα παραμύθια που της διάβαζα κάθε βράδυ. Το σπίτι ήταν ήσυχο – μια ησυχία που με τρόμαζε και με λύτρωνε ταυτόχρονα.
Όταν φτάσαμε στο πατρικό μου, η μάνα μου άνοιξε την πόρτα και με κοίταξε σαν να περίμενε αυτή τη στιγμή χρόνια τώρα.
«Ήρθες επιτέλους…» είπε μόνο και με αγκάλιασε σφιχτά.
Τα πρώτα βράδια κοιμόμουν ελάχιστα. Η Μαρία ξυπνούσε κλαίγοντας και ζητούσε τον μπαμπά της. Προσπαθούσα να της εξηγήσω ότι όλα θα πάνε καλά, αλλά μέσα μου δεν ήμουν σίγουρη ούτε εγώ. Η μάνα μου έκανε ό,τι μπορούσε – μαγείρευε τα αγαπημένα μας φαγητά, έπαιζε με τη μικρή, μου έλεγε λόγια παρηγοριάς.
«Καλύτερα εδώ παρά εκεί», έλεγε κάθε φορά που με έβλεπε να δακρύζω.
Ο Νίκος άρχισε να τηλεφωνεί μανιωδώς. Στην αρχή παρακαλούσε: «Γύρνα πίσω, σε παρακαλώ… Η Μαρία μου λείπει…» Μετά θύμωνε: «Δεν έχεις δικαίωμα να μου την πάρεις! Θα σε βρω!»
Η μάνα μου του έκλεινε το τηλέφωνο κατάμουτρα. Ο πατέρας μου – πάντα σιωπηλός – καθόταν στην άκρη του τραπεζιού και κάπνιζε νευρικά.
«Δεν θα αφήσουμε κανέναν να σε πειράξει», είπε μια μέρα, χωρίς να με κοιτάξει στα μάτια.
Οι μέρες περνούσαν αργά. Έψαχνα δουλειά – τίποτα σταθερό, μόνο κάτι μεροκάματα σε ένα φούρνο στη γειτονιά. Οι φίλες μου είχαν χαθεί – άλλες παντρεμένες, άλλες φοβισμένες μην μπλέξουν στα δικά μου προβλήματα.
Ένα απόγευμα χτύπησε το κουδούνι. Ήταν η κυρία Ελένη. Μπήκε μέσα χωρίς να ζητήσει άδεια και στάθηκε μπροστά μου σαν δικαστής.
«Τι νομίζεις ότι κάνεις; Καταστρέφεις την οικογένειά σου! Ο Νίκος σ’ αγαπάει – απλά έχει τα νεύρα του λόγω δουλειάς.»
Την κοίταξα στα μάτια και για πρώτη φορά στη ζωή μου δεν φοβήθηκα.
«Δεν είναι αγάπη αυτό που ζούσα. Δεν θέλω η κόρη μου να μεγαλώσει πιστεύοντας ότι έτσι είναι οι οικογένειες.»
Έφυγε φουρκισμένη, λέγοντας πως θα μετανιώσω.
Τα βράδια καθόμουν στο μπαλκόνι και σκεφτόμουν τη ζωή μου. Θυμόμουν τον πρώτο καιρό με τον Νίκο – τα γέλια μας στις βόλτες στην Πλάκα, τις υποσχέσεις για ένα καλύτερο αύριο. Πότε χάθηκαν όλα αυτά; Πότε έγινα αόρατη μέσα στο ίδιο μου το σπίτι;
Η Μαρία άρχισε σιγά σιγά να συνηθίζει τη νέα μας ζωή. Έκανε φίλους στη γειτονιά, πήγαινε στον παιδικό σταθμό χαμογελαστή. Κάθε φορά που γελούσε, ένιωθα ότι κάτι μέσα μου επουλωνόταν.
Μια μέρα ο Νίκος ήρθε έξω από το σπίτι μας και φώναζε να του ανοίξω. Η μάνα μου βγήκε στο μπαλκόνι και του είπε να φύγει πριν καλέσει την αστυνομία. Εκείνος έφυγε βρίζοντας, αλλά δεν ξαναφάνηκε.
Άρχισα να πηγαίνω σε μια ομάδα γυναικών που είχαν περάσει τα ίδια. Εκεί άκουσα ιστορίες χειρότερες από τη δική μου – γυναίκες που είχαν αντέξει χρόνια βίας και σιωπής. Ένιωσα λιγότερο μόνη.
Μια μέρα η Μαρία με ρώτησε: «Μαμά, θα ξαναπάμε ποτέ στο σπίτι μας;» Της χάιδεψα τα μαλλιά και της είπα: «Το σπίτι μας είναι όπου είμαστε μαζί.»
Οι μήνες πέρασαν. Βρήκα δουλειά σε ένα μικρό καφέ στην πλατεία – όχι κάτι σπουδαίο, αλλά αρκετό για να σταθώ στα πόδια μου. Η μάνα μου ήταν πάντα εκεί – άλλοτε αυστηρή, άλλοτε τρυφερή.
Ένα βράδυ καθόμασταν οι τρεις μας στο τραπέζι της κουζίνας. Η Μαρία ζωγράφιζε καρδιές και λουλούδια.
«Μαμά», είπε ξαφνικά η μικρή, «είσαι χαρούμενη τώρα;»
Την κοίταξα και ένιωσα τα μάτια μου να γεμίζουν δάκρυα – αυτή τη φορά όχι από λύπη αλλά από ανακούφιση.
«Ναι, αγάπη μου… Είμαι.»
Και τώρα που γράφω αυτή την ιστορία, αναρωτιέμαι: Πόσες γυναίκες ακόμα ζουν σε αόρατες φυλακές; Πόσοι άντρες νομίζουν πως η αγάπη είναι ιδιοκτησία; Εσείς τι θα κάνατε αν ήσασταν στη θέση μου;