Τέσσερα διαμερίσματα για τη Βασιλική – Μια ιστορία για την απληστία και τις οικογενειακές πληγές

«Δεν είναι δίκαιο, Βασιλική! Το ξέρεις πολύ καλά!» φώναξα, με τη φωνή μου να σπάει από την αγωνία και τον θυμό. Η μητέρα μας καθόταν στη γωνία του σαλονιού, τα χέρια της τρέμανε πάνω στο παλιό τραπεζομάντηλο που είχε κεντήσει η ίδια πριν χρόνια. Η Βασιλική, πάντα ψύχραιμη και με το βλέμμα της γεμάτο αυτοπεποίθηση, με κοίταξε ψυχρά.

«Ό,τι είναι γραμμένο στον νόμο, αυτό θα γίνει, Ελένη. Δεν φταίω εγώ αν ο πατέρας άφησε το σπίτι σε μένα.»

Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Ήξερα πως ο πατέρας μας είχε κάνει το λάθος να γράψει το σπίτι μόνο στη Βασιλική, γιατί πίστευε πως εκείνη θα μας φρόντιζε όλες. Δεν ήξερε όμως πόσο άλλαξε η αδελφή μου όταν παντρεύτηκε τον Πέτρο, τον δικηγόρο από τη Θεσσαλονίκη. Από τότε που μπήκε στη ζωή της, όλα έγιναν αριθμοί και συμβόλαια.

Η Βασιλική είχε ήδη τέσσερα διαμερίσματα στην Αθήνα. Τα νοίκιαζε όλα, έπαιρνε τα ενοίκια κάθε μήνα και ζούσε μια ζωή που εγώ ούτε στα όνειρά μου δεν μπορούσα να φανταστώ. Εγώ, από την άλλη, έμενα ακόμα με τη μάνα μας στο παλιό σπίτι στην Καλλιθέα. Το σπίτι που μύριζε βασιλικό και καφέ κάθε πρωί, που οι τοίχοι του είχαν απορροφήσει τα γέλια και τα κλάματα μιας ολόκληρης ζωής.

«Μαμά, πες της κάτι!» γύρισα προς τη μητέρα μας, ελπίζοντας σε μια λέξη που θα άλλαζε τα πάντα. Εκείνη όμως απλώς κατέβασε το βλέμμα της.

«Δεν θέλω να μαλώσετε για μένα…» ψιθύρισε. «Το σπίτι είναι το μόνο που μας έμεινε.»

Η Βασιλική σηκώθηκε απότομα. «Ελένη, δεν μπορώ να κάνω πίσω. Ο Πέτρος λέει πως πρέπει να πουληθεί το σπίτι για να μοιραστούν τα λεφτά σωστά. Εσύ μπορείς να πάρεις το μερίδιό σου και να κάνεις ό,τι θέλεις.»

Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου. «Ποιο μερίδιο; Εσύ έχεις ήδη τέσσερα σπίτια! Εμείς πού θα πάμε; Η μάνα είναι άρρωστη, δεν μπορεί να μετακομίσει!»

Η Βασιλική δεν απάντησε. Πήρε την τσάντα της και βγήκε από το σπίτι χωρίς να κοιτάξει πίσω.

Τις επόμενες μέρες, η ατμόσφαιρα στο σπίτι ήταν βαριά. Η μητέρα μου έκλαιγε σιωπηλά τα βράδια, κι εγώ ένιωθα σαν να πνίγομαι μέσα στους τέσσερις τοίχους που κάποτε ήταν καταφύγιο και τώρα είχαν γίνει φυλακή.

Τα τηλέφωνα δεν σταματούσαν να χτυπούν. Ο Πέτρος με απειλούσε ευγενικά: «Ελένη, αν δεν συμφωνήσεις, θα αναγκαστούμε να κινηθούμε νομικά.» Οι φίλες μου με ρωτούσαν τι θα κάνω. Οι γείτονες ψιθύριζαν πίσω από τις κουρτίνες τους.

Ένα βράδυ, καθώς καθόμουν στην κουζίνα με τη μάνα μου, εκείνη μου έπιασε το χέρι.

«Θυμάσαι όταν ήσασταν μικρές; Η Βασιλική πάντα ήθελε το καλύτερο κομμάτι από την πίτα… Αλλά ποτέ δεν πίστευα πως θα φτάναμε εδώ.»

Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. «Συγχώρεσέ την αν μπορείς…»

Δεν ήξερα αν μπορούσα. Η προδοσία από αδελφή πονάει πιο πολύ από κάθε ξένο χτύπημα.

Οι μέρες περνούσαν βασανιστικά αργά. Κάθε φορά που άκουγα βήματα στη σκάλα, φοβόμουν μήπως έρθει κάποιος δικαστικός επιμελητής με χαρτιά έξωσης. Έβλεπα τη μάνα μου να μαραζώνει μέρα με τη μέρα. Δεν είχα πια κουράγιο ούτε να πάω στη δουλειά μου στο φαρμακείο.

Μια μέρα, καθώς καθάριζα το παλιό μπαούλο στη σοφίτα, βρήκα ένα γράμμα του πατέρα μας. Ήταν γραμμένο λίγο πριν πεθάνει:

«Βασιλική, Ελένη,
Σας αγαπώ και τις δύο το ίδιο. Το σπίτι αυτό είναι για να σας ενώνει, όχι για να σας χωρίζει…»

Έκλαψα τόσο πολύ εκείνο το βράδυ που νόμιζα πως θα σπάσει η καρδιά μου.

Η Βασιλική τελικά προχώρησε νομικά. Μας ήρθε εξώδικο. Η μάνα μου μπήκε στο νοσοκομείο από τη στενοχώρια της. Έτρεχα κάθε μέρα ανάμεσα σε δικηγόρους και γιατρούς, προσπαθώντας να κρατήσω όρθια όσα είχαν απομείνει από την οικογένειά μας.

Στο δικαστήριο, η Βασιλική δεν με κοίταξε ούτε μια φορά στα μάτια. Ο Πέτρος μιλούσε για «δικαιώματα», «νόμιμες διαδικασίες», «ισότητα». Κανείς δεν μίλησε για αγάπη ή για οικογένεια.

Όταν τελείωσε η δίκη και βγήκα έξω στο προαύλιο του δικαστηρίου, ένιωσα σαν να έχω χάσει τα πάντα. Το σπίτι θα πουλιόταν. Εμείς θα παίρναμε ένα μικρό ποσό – αρκετό για ένα δυάρι στα Πατήσια ίσως – αλλά τίποτα δεν θα μπορούσε να αντικαταστήσει τις αναμνήσεις μας.

Η μητέρα μου δεν άντεξε πολύ μετά από αυτό. Έφυγε ήσυχα ένα πρωινό του Σεπτέμβρη, κρατώντας το χέρι μου.

Η Βασιλική δεν ήρθε στην κηδεία.

Τώρα μένω μόνη σε ένα μικρό διαμέρισμα, γεμάτο κουτιά με φωτογραφίες και παλιά γράμματα. Κάθε φορά που περνάω έξω από το παλιό μας σπίτι – τώρα με νέα παράθυρα και ξένους ανθρώπους μέσα – νιώθω ένα κενό που δεν γεμίζει με τίποτα.

Συχνά αναρωτιέμαι: Άξιζε τελικά όλος αυτός ο πόνος για λίγα παραπάνω τετραγωνικά; Πώς γίνεται οι άνθρωποι που αγαπήσαμε περισσότερο να μας πληγώνουν τόσο βαθιά;

Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα συγχωρούσατε ποτέ μια τέτοια προδοσία;