Συνάντησα τη Μαρία στο σούπερ μάρκετ: Όλα περιστρέφονταν γύρω της και ξέχασα ποια είμαι
«Πάλι εσύ;» άκουσα μια φωνή πίσω μου, καθώς έψαχνα απεγνωσμένα τα μακαρόνια στο ράφι του σούπερ μάρκετ. Γύρισα και είδα τη Μαρία, την παλιά μου φίλη από το λύκειο. Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά – είχαν περάσει έξι μήνες από τότε που μιλήσαμε τελευταία φορά. Δεν ήξερα αν έπρεπε να χαρώ ή να ανησυχήσω.
«Μαρία! Τι κάνεις;» είπα, προσπαθώντας να κρύψω το αμήχανο χαμόγελό μου.
«Καλά, καλά… Τρέχω συνέχεια! Ο μικρός έχει φροντιστήριο, ο μεγάλος μπάσκετ, ο Γιάννης στη δουλειά όλη μέρα. Εγώ τα κάνω όλα! Εσύ;»
Πριν προλάβω να απαντήσω, άρχισε να μου λέει για το καινούριο της αυτοκίνητο, για το πόσο δύσκολο είναι να βρει καλό δάσκαλο αγγλικών για τον μικρό, για το πόσο κουρασμένη νιώθει. Στεκόμουν εκεί, με το καλάθι στο χέρι, και ένιωθα σαν να είμαι διακοσμητικό στοιχείο στη δική της σκηνή.
«Και πώς τα πας εσύ με τον Πέτρο;» με ρώτησε ξαφνικά, αλλά πριν προλάβω να απαντήσω, συνέχισε: «Εγώ με τον Γιάννη έχουμε τσακωθεί πάλι. Δεν με καταλαβαίνει κανείς σε αυτό το σπίτι!»
Θυμήθηκα τις ατέλειωτες ώρες που περνούσαμε μαζί στα φοιτητικά μας χρόνια, όταν μιλούσαμε για τα όνειρά μας και γελούσαμε μέχρι δακρύων. Τότε ήμασταν ίσες. Τώρα, όμως, όλα περιστρέφονταν γύρω από εκείνη. Ένιωθα ότι δεν υπήρχε χώρος για μένα στη ζωή της – ή μάλλον, υπήρχε μόνο ως ακροάτρια.
«Θυμάσαι τότε που είχαμε πάει εκδρομή στην Αίγινα;» προσπάθησα να αλλάξω θέμα.
«Αχ ναι! Αλλά τώρα δεν έχω χρόνο ούτε για καφέ. Τα παιδιά, η δουλειά… Εσύ δεν έχεις παιδιά ακόμα;»
Ένιωσα ένα τσίμπημα στην καρδιά. Η ερώτησή της ήταν σαν μαχαίρι – ήξερε ότι προσπαθούσαμε με τον Πέτρο εδώ και δύο χρόνια χωρίς αποτέλεσμα. Δεν ήθελα να μιλήσω γι’ αυτό στο διάδρομο με τα ζυμαρικά.
«Όχι ακόμα… Προσπαθούμε», ψιθύρισα.
Δεν άκουσε καν. Ή μάλλον, δεν ήθελε να ακούσει. Συνέχισε να μιλάει για τα δικά της προβλήματα, για τη μάνα της που γκρινιάζει, για τον πεθερό της που αρρώστησε, για τη δουλειά που δεν την εκτιμούν.
Ένιωσα ότι πνίγομαι. Ήθελα να της φωνάξω: «Κοίτα με! Είμαι εδώ! Έχω κι εγώ ζωή!» Αλλά δεν το έκανα. Έμεινα σιωπηλή, όπως πάντα.
Όταν χωρίσαμε – εκείνη βιαστική όπως πάντα – έμεινα για λίγο ακίνητη μπροστά στα ράφια. Αναρωτήθηκα αν αυτή η φιλία είχε τελειώσει χωρίς να το καταλάβω. Ή μήπως ποτέ δεν ήταν πραγματική;
Γύρισα σπίτι και βρήκα τον Πέτρο να κάθεται στον καναπέ, κουρασμένος από τη δουλειά. «Τι έχεις;» με ρώτησε.
«Τίποτα… Συνάντησα τη Μαρία στο σούπερ μάρκετ.»
«Και;»
«Όλα ήταν όπως παλιά… Δηλαδή, όχι ακριβώς όπως παλιά. Μόνο εκείνη μιλούσε.»
Ο Πέτρος με κοίταξε με κατανόηση. «Ξέρεις… Μερικές φορές οι άνθρωποι αλλάζουν. Ή ίσως εμείς αλλάζουμε και δεν ταιριάζουμε πια.»
Ένιωσα τα μάτια μου να βουρκώνουν. Θυμήθηκα όλες τις φορές που ήμουν δίπλα της – όταν χώρισε με τον πρώτο της φίλο, όταν πέθανε ο πατέρας της, όταν γεννήθηκε ο πρώτος της γιος. Πάντα ήμουν εκεί. Αλλά όταν εγώ χρειάστηκα κάποιον, εκείνη ήταν απασχολημένη με τον εαυτό της.
Την επόμενη μέρα η μητέρα μου με πήρε τηλέφωνο. «Πάλι μόνη σου είσαι; Γιατί δεν βγαίνεις με τις φίλες σου;»
«Δεν είναι τόσο απλό, μαμά…»
«Τίποτα δεν είναι απλό στη ζωή. Αλλά αν δεν έχεις φίλους, τι έχεις;»
Δεν ήξερα τι να απαντήσω. Ένιωθα ότι έχανα τον εαυτό μου μέσα στις ζωές των άλλων – στη Μαρία, στη μητέρα μου, στον Πέτρο. Πού ήμουν εγώ σε όλα αυτά;
Το βράδυ ξάπλωσα και σκέφτηκα τη Μαρία. Ίσως να μην ήταν ποτέ πραγματική φίλη. Ίσως πάντα να ήμουν η κομπάρσος στη δική της παράσταση.
Την Κυριακή πήγαμε οικογενειακό τραπέζι στο σπίτι της θείας μου στη Νέα Σμύρνη. Εκεί άρχισαν τα σχόλια: «Η Μαρία τα κατάφερε! Δύο παιδιά, σπίτι μεγάλο… Εσύ ακόμα;»
Ένιωσα το βλέμμα της μητέρας μου πάνω μου – γεμάτο προσδοκίες και απογοήτευση μαζί.
Στο τραπέζι άρχισαν οι συζητήσεις για τα οικονομικά: «Τα πράγματα δύσκολα», είπε ο θείος μου ο Κώστας. «Η ΔΕΗ πάλι ανέβηκε!»
Η θεία μου η Ελένη παραπονιόταν για τον γιο της που δεν βρίσκει δουλειά στην Ελλάδα και σκέφτεται να φύγει Γερμανία.
Όλοι είχαν κάτι να πουν – όλοι εκτός από μένα.
Γύρισα σπίτι και κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη. Ποια είμαι εγώ; Είμαι η φίλη-ακροάτρια; Η κόρη που δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες; Η γυναίκα που προσπαθεί μάταια να γίνει μητέρα;
Το βράδυ έστειλα μήνυμα στη Μαρία: «Θέλεις να βρεθούμε για καφέ; Να μιλήσουμε λίγο πραγματικά;»
Η απάντησή της ήρθε μετά από ώρες: «Δεν προλαβαίνω αυτές τις μέρες… Ίσως κάποια στιγμή.»
Έκλεισα το κινητό και ένιωσα ένα βάρος να φεύγει από πάνω μου. Ίσως ήρθε η ώρα να αφήσω πίσω μου φιλίες που με κάνουν να νιώθω αόρατη.
Αναρωτιέμαι: Πόσοι από εμάς μένουμε κομπάρσοι στη ζωή των άλλων χωρίς να το καταλάβουμε; Και πότε θα βρούμε το θάρρος να διεκδικήσουμε τον δικό μας πρωταγωνιστικό ρόλο;