«Δυο φορές τον χρόνο του στέλνω χρήματα, μα από εκείνον ούτε ένα τηλέφωνο»: Η ιστορία μιας γιαγιάς από τη Θεσσαλονίκη που νιώθει ξεχασμένη από τον εγγονό της

«Πάλι τίποτα;» μονολόγησα, κοιτώντας το κινητό μου με μια ελπίδα που έσβηνε κάθε λεπτό. Ήταν η τρίτη μέρα από τότε που έστειλα τα χρήματα στον Νίκο, τον μεγάλο μου εγγονό, και το τηλέφωνο παρέμενε σιωπηλό.

Η Μαρία και η Άννα, οι μικρές του αδερφές, με είχαν ήδη πάρει. «Γιαγιά, σε ευχαριστούμε! Θα αγοράσω εκείνο το βιβλίο που ήθελα τόσο καιρό!» φώναξε η Μαρία με ενθουσιασμό. Η Άννα, πιο ήσυχη, μου είπε: «Θα πάρω ένα φόρεμα για τη γιορτή του σχολείου. Να σου στείλω φωτογραφία;».

Αλλά ο Νίκος… Ο Νίκος δεν απάντησε ποτέ. Ούτε ένα μήνυμα, ούτε ένα απλό «ευχαριστώ». Κι όμως, θυμάμαι ακόμα το μικρό αγόρι που έτρεχε στην αγκαλιά μου όταν ερχόταν στο σπίτι μας στην Καλαμαριά. Τότε που του έφτιαχνα μπουγάτσα με κρέμα και γελούσε δυνατά, χωρίς να φοβάται τίποτα.

«Μήπως να τον πάρω εγώ;» σκέφτηκα. Αλλά η φωνή της κόρης μου, της Σοφίας, αντήχησε στο μυαλό μου: «Μαμά, άφησέ τον λίγο. Έχει πολλές υποχρεώσεις στη σχολή. Μην τον πιέζεις». Πάντα έτσι έλεγε η Σοφία – πάντα δικαιολογούσε τα παιδιά της, ακόμα κι όταν ήξερε πως κάτι δεν πήγαινε καλά.

Το βράδυ εκείνο, κάθισα στο παλιό μου σαλόνι με το πλεκτό στα χέρια. Η τηλεόραση έπαιζε ειδήσεις – πάλι για την ακρίβεια, πάλι για τα προβλήματα των νέων. «Δεν έχουν δουλειές τα παιδιά», έλεγε ο παρουσιαστής. «Φεύγουν στο εξωτερικό». Κοίταξα τις φωτογραφίες πάνω στο τραπέζι: ο Νίκος στην αποφοίτηση του λυκείου, χαμογελαστός δίπλα στον παππού του – τον Μανώλη μου, που έφυγε πριν τρία χρόνια.

«Αν ήσουν εδώ, θα ήξερες τι να κάνεις», ψιθύρισα στη φωτογραφία του. Ο Μανώλης είχε πάντα τρόπο να φέρνει τα παιδιά κοντά μας. Τώρα όμως, όλα άλλαξαν. Ο Νίκος ζει μόνος του στην Αθήνα για τη σχολή του – Πολυτεχνείο λέει, δύσκολα μαθήματα, πολλή πίεση. Μα εγώ ξέρω πως ένα μήνυμα δεν θέλει κόπο.

Την επόμενη μέρα χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η Σοφία.

– Μαμά, είσαι καλά;
– Καλά είμαι, παιδί μου. Ο Νίκος…
– Έχει πολύ διάβασμα τώρα με την εξεταστική. Μην το παίρνεις προσωπικά.
– Δεν ζητάω πολλά, Σοφία μου. Ένα «ευχαριστώ» μόνο.
– Θα του το πω εγώ…

Έκλεισα το τηλέφωνο με μια πίκρα στο στόμα. Δεν ήθελα να γίνω βάρος σε κανέναν – ούτε στη Σοφία ούτε στα παιδιά της. Αλλά η σιωπή του Νίκου με πονούσε περισσότερο από όσο ήθελα να παραδεχτώ.

Το βράδυ βγήκα στο μπαλκόνι να πάρω αέρα. Η γειτονιά ήταν ήσυχη – μόνο κάτι παιδιά έπαιζαν μπάλα στο στενό. Θυμήθηκα τα καλοκαίρια που μαζευόμασταν όλοι μαζί στο εξοχικό στη Χαλκιδική. Ο Νίκος τότε ήταν ο αρχηγός της παρέας – πάντα γελούσε, πάντα με ρωτούσε ιστορίες από τα παλιά.

Τώρα όμως… Τώρα είναι σαν να μην υπάρχω για εκείνον.

Τις επόμενες μέρες προσπάθησα να ασχοληθώ με άλλα πράγματα – πήγα στη λαϊκή, μίλησα με τη γειτόνισσα την κυρία Κατίνα, έπλεξα ένα κασκόλ για την Άννα. Αλλά κάθε φορά που άκουγα το κινητό να χτυπάει, η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά – μήπως ήταν ο Νίκος; Μήπως θυμήθηκε τη γιαγιά του;

Ένα απόγευμα ήρθε η Μαρία να με δει.

– Γιαγιά, γιατί είσαι στεναχωρημένη;
– Δεν είμαι, κορίτσι μου…
– Είναι για τον Νίκο; Μην στεναχωριέσαι! Έτσι είναι τα αγόρια… Δεν σκέφτονται όπως εμείς.
– Εγώ όμως τον αγαπάω το ίδιο.
– Το ξέρει, γιαγιά. Απλώς… έχει αλλάξει λίγο τελευταία. Δεν μιλάει πολύ ούτε σε εμάς.

Η Μαρία είχε δίκιο – κάτι είχε αλλάξει στον Νίκο. Ίσως ήταν η πίεση της σχολής, ίσως οι παρέες του στην Αθήνα. Ίσως απλώς μεγάλωσε και ξέχασε πόσο σημαντικό είναι να κρατάς επαφή με τους ανθρώπους που σε αγαπούν.

Ένα βράδυ αποφάσισα να του γράψω ένα γράμμα – παλιό, χειρόγραφο γράμμα όπως τότε που ήταν μικρός και του έστελνα κάρτες τα Χριστούγεννα.

«Αγαπημένε μου Νίκο,
Δεν θέλω να σε πιέσω ούτε να σε στεναχωρήσω. Ξέρω ότι έχεις πολλές υποχρεώσεις και ότι η ζωή στην Αθήνα είναι δύσκολη. Απλώς ήθελα να σου πω ότι σε σκέφτομαι κάθε μέρα και ότι χαίρομαι που μεγαλώνεις και γίνεσαι σπουδαίος άνθρωπος. Μου λείπουν οι στιγμές που γελούσαμε μαζί και εύχομαι να σε δω σύντομα. Να προσέχεις τον εαυτό σου και να θυμάσαι ότι η γιαγιά σε αγαπάει πολύ.
Με αγάπη,
Η γιαγιά σου»

Το έβαλα στο φάκελο και το ταχυδρόμησα την επόμενη μέρα. Δεν περίμενα απάντηση – απλώς ήθελα να ξέρει ότι είμαι εδώ.

Πέρασαν δύο εβδομάδες χωρίς νέα του. Εν τω μεταξύ, η Άννα μου έστειλε φωτογραφία με το φόρεμα που αγόρασε και η Μαρία ήρθε ξανά για καφέ. Η ζωή συνέχιζε – αλλά μέσα μου ένιωθα μια τρύπα που δεν έκλεινε.

Μια Κυριακή πρωί χτύπησε το κουδούνι. Άνοιξα την πόρτα και είδα μπροστά μου τον Νίκο – αδύνατος, κουρασμένος, αλλά με εκείνο το βλέμμα που πάντα με έκανε να λιώνω.

– Γιαγιά…
– Νίκο μου! Τι κάνεις εδώ;
– Ήθελα να σε δω… Συγγνώμη που δεν πήρα τηλέφωνο…
– Έλα μέσα παιδί μου!

Καθίσαμε στο σαλόνι και για λίγο δεν μιλούσαμε – μόνο κοιταζόμασταν στα μάτια.

– Ξέρω ότι σε στενοχώρησα… είπε τελικά ο Νίκος χαμηλόφωνα.
– Δεν θέλω να σου γίνω βάρος…
– Δεν είσαι βάρος! Απλώς… όλα μου φαίνονται δύσκολα τελευταία. Η σχολή είναι δύσκολη, οι φίλοι σκορπίστηκαν… Μερικές φορές νιώθω μόνος κι εγώ.
– Εδώ είμαι εγώ για σένα, Νίκο μου. Όπως ήμουν πάντα.

Έβαλε τα χέρια του στα μάτια και δάκρυσε – πρώτη φορά τον έβλεπα έτσι από τότε που ήταν παιδί.

– Συγγνώμη για όλα… Δεν ήθελα να σε πληγώσω.
– Δεν με πλήγωσες… Απλώς μου λείπεις.

Τον αγκάλιασα σφιχτά και ένιωσα την καρδιά μου να γεμίζει ξανά – σαν να γύρισε πίσω ο χρόνος για λίγο.

Όταν έφυγε ο Νίκος εκείνο το απόγευμα, άφησε πίσω του ένα σημείωμα: «Γιαγιά, σ’ αγαπάω πολύ. Θα σε παίρνω πιο συχνά». Από τότε πράγματι άρχισε να τηλεφωνεί πιο συχνά – όχι κάθε μέρα, αλλά αρκετά ώστε να ξέρω πως δεν είμαι μόνη.

Και τώρα αναρωτιέμαι: Πόσοι άλλοι παππούδες και γιαγιάδες νιώθουν ξεχασμένοι από τα εγγόνια τους; Είναι άραγε δικό μας λάθος ή απλώς άλλαξαν οι εποχές; Εσείς τι πιστεύετε;