Η τελευταία επιθυμία του μικρού Νικόλα: Ένα ταξίδι αγάπης και απώλειας
«Μαμά, θα τα καταφέρουμε;» Η φωνή του Νικόλα έτρεμε, μα τα μάτια του έλαμπαν από αποφασιστικότητα. Ήταν μόλις έξι χρονών, ξαπλωμένος στο κρεβάτι του νοσοκομείου Παίδων Αγία Σοφία, με το μικρό του χέρι να σφίγγει το δικό μου. Τα καλώδια και τα μηχανήματα γύρω μας έμοιαζαν με τέρατα που απειλούσαν να καταπιούν το παιδί μου, μα εκείνος είχε μόνο μία έγνοια: «Θέλω όλα τα παιδιά εδώ να έχουν βιβλία, μαμά. Να μην φοβούνται όταν μένουν μόνα τους.»
Δεν ήξερα τι να πω. Η καρδιά μου είχε γίνει θρύψαλα από τη μέρα που μάθαμε για τη λευχαιμία. Ο άντρας μου, ο Γιάννης, είχε κλειστεί στον εαυτό του. Η μικρή μας, η Μαρία, δεν καταλάβαινε γιατί ο αδερφός της δεν ερχόταν πια σπίτι. Κι εγώ… εγώ προσπαθούσα να σταθώ όρθια. Μα εκείνη τη στιγμή, ο Νικόλας μου έδωσε έναν σκοπό: «Να μαζέψουμε 15.000 βιβλία, μαμά! Να τα χαρίσουμε σε όλα τα παιδιά που είναι άρρωστα!»
«Είναι πολλά, αγόρι μου…» ψιθύρισα.
«Όχι για όλους μαζί!» απάντησε με εκείνο το πείσμα που με έκανε να τον θαυμάζω.
Έτσι ξεκίνησαν όλα. Έγραψα μια ανάρτηση στο Facebook: «Ο Νικόλας μας έχει ένα όνειρο. Θέλει να μαζέψει 15.000 βιβλία για τα παιδιά στα νοσοκομεία.» Δεν περίμενα τίποτα. Ήμουν απελπισμένη, κουρασμένη, φοβισμένη. Μα μέσα σε λίγες ώρες, άρχισαν να έρχονται μηνύματα. Από τη Θεσσαλονίκη, την Πάτρα, ακόμα κι από χωριά που δεν είχα ακούσει ποτέ. Άνθρωποι που δεν μας ήξεραν έστελναν βιβλία, γράμματα, ζωγραφιές.
Ο Νικόλας κάθε μέρα ρωτούσε: «Πόσα έχουμε τώρα;» Κάθε φορά που του έλεγα έναν μεγαλύτερο αριθμό, χαμογελούσε πλατιά. «Θα τα καταφέρουμε!» έλεγε στον Γιάννη, που είχε αρχίσει να λυγίζει από το βάρος της απώλειας και της ευθύνης.
Μια μέρα μπήκε στο δωμάτιο η γιαγιά του Νικόλα, η κυρία Σοφία. «Αυτά είναι τρέλες!» φώναξε. «Το παιδί πρέπει να ξεκουράζεται! Όχι να ασχολείται με βιβλία!» Ο Γιάννης συμφώνησε μαζί της. «Ελένη, μήπως το παρατραβάμε; Μήπως του δίνουμε ψεύτικες ελπίδες;»
Ένιωσα να πνίγομαι από θυμό και θλίψη. «Δεν είναι ψεύτικες ελπίδες! Είναι το μόνο που τον κρατάει ζωντανό!» φώναξα. Ο Νικόλας μας κοίταζε σιωπηλός, με εκείνο το βλέμμα που δεν θα ξεχάσω ποτέ.
Οι μέρες περνούσαν με αγωνία. Τα βιβλία έφταναν καθημερινά – κουτιά πάνω σε κουτιά στην είσοδο του νοσοκομείου. Οι νοσηλεύτριες βοηθούσαν να τα ξεφορτώσουμε. Μια μέρα ήρθε και ο διευθυντής του νοσοκομείου: «Τι γίνεται εδώ;» ρώτησε αυστηρά.
«Ο γιος μου… έχει ένα όνειρο», του είπα με τρεμάμενη φωνή.
Με κοίταξε για λίγο σκεπτικός και μετά χαμογέλασε: «Θα βοηθήσουμε όλοι.»
Η Μαρία ζήλευε την προσοχή που έδινα στον Νικόλα. Ένα βράδυ με βρήκε να κλαίω στην κουζίνα του σπιτιού μας στην Καλλιθέα. «Μαμά, γιατί αγαπάς πιο πολύ τον Νικόλα;» με ρώτησε με παράπονο.
Την πήρα αγκαλιά και της εξήγησα όσο καλύτερα μπορούσα: «Δεν αγαπώ κανέναν περισσότερο. Απλώς ο Νικόλας χρειάζεται τώρα περισσότερη βοήθεια.» Εκείνη σώπασε, μα ήξερα πως πονούσε κι αυτή.
Ο Γιάννης απομακρυνόταν όλο και περισσότερο. Μια νύχτα γύρισε αργά σπίτι και ξέσπασε: «Δεν αντέχω άλλο! Δεν μπορώ να βλέπω το παιδί μας έτσι! Κι εσύ… έχεις κολλήσει με τα βιβλία!»
«Είναι το όνειρό του!» φώναξα μέσα στα δάκρυα μου.
«Κι αν φύγει; Τι θα κάνεις τότε;»
Δεν απάντησα. Δεν ήθελα να σκέφτομαι αυτή τη λέξη: «φύγει». Μα ήξερα πως πλησίαζε η ώρα.
Την τελευταία εβδομάδα ο Νικόλας ήταν πολύ αδύναμος. Τα βιβλία είχαν φτάσει τις 13.000. Του το είπα και χαμογέλασε αχνά: «Λίγο ακόμα…» ψιθύρισε.
Το βράδυ πριν φύγει, με κράτησε από το χέρι: «Μην σταματήσεις, μαμά… Να συνεχίσεις…»
Έφυγε ήσυχα, σαν να κοιμήθηκε απλά.
Η κηδεία έγινε στο μικρό εκκλησάκι της γειτονιάς μας. Όλη η Καλλιθέα ήταν εκεί – άνθρωποι που δεν είχα ξαναδεί στη ζωή μου ήρθαν να αφήσουν ένα βιβλίο στη μνήμη του Νικόλα.
Ο Γιάννης έκλαιγε βουβά. Η Μαρία κρατούσε σφιχτά ένα βιβλίο με ζωγραφιές που είχε φτιάξει για τον αδερφό της.
Τις επόμενες εβδομάδες τα βιβλία ξεπέρασαν τις 15.000. Έτσι γεννήθηκε το «Ταξίδι του Νικόλα», μια μικρή οργάνωση που συνεχίζει να μαζεύει βιβλία για παιδιά σε νοσοκομεία σε όλη την Ελλάδα.
Η γιαγιά Σοφία ήρθε μια μέρα στο σπίτι με ένα κουτί γεμάτο παλιά παραμύθια: «Για τον Νικόλα», είπε σιγανά.
Ο Γιάννης άρχισε σιγά-σιγά να επιστρέφει κοντά μας. Η Μαρία έγινε εθελόντρια στην οργάνωση όταν μεγάλωσε λίγο.
Σκέφτομαι συχνά τον Νικόλα – το χαμόγελό του, την πίστη του στους ανθρώπους, την επιμονή του να κάνει κάτι καλό ακόμα και μέσα στον πόνο του.
Άραγε πόση δύναμη μπορεί να έχει η αγάπη ενός παιδιού; Μπορεί ένα τόσο μικρό χεράκι να αλλάξει τον κόσμο; Θα ήθελα να ακούσω τη δική σας ιστορία…