Έχασα τα φρένα στην Κακιά Σκάλα… και εκείνη στάθηκε μπροστά στο φορτηγό μου…
«Γιάννη, πρόσεχε, η Κακιά Σκάλα δεν αστειεύεται!» φώναξε ο πατέρας μου στο τηλέφωνο, λίγο πριν ξεκινήσω. Η φωνή του έτρεμε, γεμάτη ανησυχία, αλλά εγώ είχα μάθει να μην δείχνω φόβο. Ήμουν οδηγός φορτηγού, γιος οδηγού, και το αίμα μου έβραζε από περηφάνια και ευθύνη. Ήταν Μάρτης, ο ήλιος έκαιγε το μέτωπό μου και το τιμόνι έκαιγε τα χέρια μου, αλλά το μόνο που με ένοιαζε ήταν να φτάσω στην ώρα μου. Ο πελάτης είχε ήδη απειλήσει πως αν αργήσω, θα βρει άλλον. Η οικογένεια περίμενε τα λεφτά. Η γυναίκα μου, η Μαρία, είχε αρχίσει να χάνει την υπομονή της με τα χρέη και τα απλήρωτα νοίκια.
«Γιάννη, αν δεν πληρώσουμε αυτόν τον μήνα, θα μας πετάξουν έξω!» μου είχε πει το πρωί, με μάτια κόκκινα από το κλάμα. «Δεν αντέχω άλλο αυτή τη ζωή, να το ξέρεις!»
Έβαλα μπρος το φορτηγό, έκανα τον σταυρό μου και έσφιξα το φυλαχτό της μάνας μου που κρεμόταν από τον καθρέφτη. 28 τόνοι σίδερο πίσω μου, και μπροστά μου ο δρόμος που έμοιαζε να λιώνει από τη ζέστη. Η Κακιά Σκάλα, με τις στροφές της, τα γκρεμνά της, και τις ιστορίες για οδηγούς που δεν γύρισαν ποτέ σπίτι.
Τα πρώτα χιλιόμετρα κύλησαν ήρεμα. Το ραδιόφωνο έπαιζε παλιά λαϊκά, και εγώ σκεφτόμουν τη Μαρία, τα παιδιά, τον πατέρα μου που είχε γεράσει απότομα μετά το τελευταίο εγκεφαλικό. Ξαφνικά, στη μεγάλη κατηφόρα, ένιωσα το πεντάλ του φρένου να βουλιάζει κάτω από το πόδι μου. Μια παγωμένη σταγόνα ιδρώτα κύλησε στη ραχοκοκαλιά μου. Πάτησα ξανά, τίποτα. Το φορτηγό άρχισε να επιταχύνει.
«Όχι τώρα, Θεέ μου…» ψιθύρισα. Το τιμόνι έτρεμε στα χέρια μου. Τα χέρια μου έτρεμαν πιο πολύ. Έβαλα νεκρά, δοκίμασα το χειρόφρενο, τίποτα. Το φορτηγό έτρεχε σαν δαιμονισμένο. Μπροστά μου, μια στροφή. Στα δεξιά, γκρεμός. Στα αριστερά, το βουνό. Και τότε την είδα. Μια γυναίκα, με κόκκινο φόρεμα, στεκόταν στη μέση του δρόμου. Τα μαλλιά της ανέμιζαν στον αέρα, το πρόσωπό της χλωμό, τα μάτια της καρφωμένα πάνω μου.
«Τι κάνεις εκεί; Φύγε!» ούρλιαξα, αλλά η φωνή μου χάθηκε μέσα στον θόρυβο του φορτηγού. Πάτησα κόρνα, φώτα, τίποτα. Εκείνη δεν κουνήθηκε. Ένιωσα το φορτηγό να πλησιάζει, τα δευτερόλεπτα να γίνονται αιώνες. Έκλεισα τα μάτια. Μια κραυγή, ένα φως, και μετά σκοτάδι.
Ξύπνησα στο νοσοκομείο, με το κεφάλι δεμένο και το σώμα μου να πονάει παντού. Η Μαρία δίπλα μου, με μάτια πρησμένα. Ο πατέρας μου καθόταν σιωπηλός στην άκρη του κρεβατιού. «Τι έγινε;» ρώτησα με φωνή που δεν αναγνώριζα.
Η Μαρία με κοίταξε, τα χείλη της έτρεμαν. «Γιάννη… δεν βρήκαν καμία γυναίκα στον δρόμο. Εσύ έλεγες συνέχεια το όνομά της, αλλά δεν υπήρχε κανείς. Το φορτηγό σου σταμάτησε λίγα μέτρα πριν τον γκρεμό. Είσαι ζωντανός από θαύμα.»
Έμεινα να κοιτάζω το ταβάνι. Ήξερα τι είχα δει. Ήξερα πως εκείνη η γυναίκα με είχε σώσει. Ή μήπως ήταν η μάνα μου, που είχε φύγει πριν τρία χρόνια, και πάντα μου έλεγε να προσέχω; Ήταν το φυλαχτό της που με κράτησε ζωντανό;
Οι μέρες περνούσαν, αλλά το μυαλό μου δεν ησύχαζε. Ο πατέρας μου, που πάντα ήταν σκληρός, ήρθε ένα βράδυ και κάθισε δίπλα μου. «Γιάννη, εγώ φταίω. Ήξερα πως τα φρένα ήθελαν αλλαγή, αλλά δεν είχαμε λεφτά. Σου είπα να προσέχεις, αλλά δεν σου είπα όλη την αλήθεια. Συγχώρεσέ με, παιδί μου.»
Ένιωσα το βάρος να με πλακώνει. Η Μαρία με κοιτούσε με βλέμμα γεμάτο αγωνία. «Τι θα κάνουμε τώρα; Πώς θα ζήσουμε;»
Οι συγγενείς άρχισαν να ψιθυρίζουν. «Ο Γιάννης φταίει, δεν πρόσεχε. Ο πατέρας του φταίει, δεν έκανε σωστή συντήρηση. Η Μαρία φταίει, τον πίεζε για τα λεφτά.» Κανείς δεν ήξερε τι πραγματικά έγινε εκείνη τη μέρα στην Κακιά Σκάλα. Μόνο εγώ και εκείνη η γυναίκα με το κόκκινο φόρεμα.
Οι μέρες έγιναν εβδομάδες. Το φορτηγό καταστράφηκε, η δουλειά χάθηκε, τα χρέη μεγάλωσαν. Η Μαρία έφυγε με τα παιδιά, δεν άντεξε άλλο. Ο πατέρας μου έμεινε μόνος, να με κοιτάζει με μάτια γεμάτα ενοχές. Εγώ, κάθε βράδυ, ξυπνούσα ιδρωμένος, βλέποντας ξανά και ξανά εκείνη τη στιγμή. Τη γυναίκα με το κόκκινο φόρεμα, να στέκεται μπροστά στο φορτηγό μου, να με κοιτάζει χωρίς φόβο.
Μια μέρα, πήγα στην Κακιά Σκάλα. Στάθηκα εκεί που σταμάτησε το φορτηγό. Ένιωσα τον αέρα να φυσάει δυνατά, σαν να μου ψιθύριζε κάτι. Έκλεισα τα μάτια και άκουσα τη φωνή της μάνας μου: «Γιάννη, η ζωή είναι γεμάτη στροφές. Άλλες τις παίρνεις, άλλες σε παίρνουν.»
Από τότε, κάθε φορά που ακούω για ατύχημα στην Κακιά Σκάλα, αναρωτιέμαι: Ήταν άραγε θαύμα; Ή μήπως ήταν το τίμημα που πληρώνουμε όλοι για τα λάθη μας; Εσείς τι λέτε; Έχετε νιώσει ποτέ ότι κάποιος σας προστάτεψε την τελευταία στιγμή; Ή μήπως όλα είναι θέμα τύχης;