Με πρόδωσε και μετά είπε πως έφταιγα εγώ – γιατί νοιαζόμουν μόνο για τα παιδιά
«Δεν αντέχω άλλο, Μαρία! Δεν είσαι ποτέ εδώ για μένα. Όλα είναι τα παιδιά, το σπίτι, οι δουλειές… Εγώ πού είμαι σε όλα αυτά;»
Η φωνή του Νίκου αντηχούσε ακόμα στα αυτιά μου, παρόλο που είχε περάσει ήδη μια ώρα από τον καβγά. Καθόμουν στην άκρη του κρεβατιού, με τα χέρια σφιγμένα στα γόνατα, προσπαθώντας να καταλάβω πού ακριβώς είχα κάνει λάθος. Από τότε που γεννήθηκε ο Γιώργος, ο πρώτος μας γιος, η ζωή μου άλλαξε ριζικά. Δεν υπήρχε πια Μαρία, υπήρχε μόνο η μαμά του Γιώργου και της Ελένης. Κάθε μέρα ήταν μια αλυσίδα από υποχρεώσεις: πρωινό, σχολείο, φροντιστήριο, ψώνια, μαγείρεμα, πλύσιμο, σιδέρωμα, γιατροί, δραστηριότητες. Και το βράδυ, όταν όλα ησύχαζαν, εγώ έπεφτα εξαντλημένη στο κρεβάτι, χωρίς να έχω κουράγιο ούτε να μιλήσω.
«Μαρία, μ’ ακούς;»
Τον κοίταξα. Τα μάτια του ήταν γεμάτα θυμό, αλλά και κάτι άλλο, κάτι που δεν ήθελα να παραδεχτώ: απογοήτευση. «Τι θέλεις να κάνω, Νίκο; Να αφήσω τα παιδιά; Να μην τα φροντίζω;»
«Όχι, αλλά να θυμηθείς και λίγο εμένα. Εμάς. Το ζευγάρι που ήμασταν πριν γίνουμε γονείς. Έχω ανάγκη να με δεις, να με ακούσεις, να με αγγίξεις. Δεν είμαι μόνο ο πατέρας των παιδιών σου!»
Ένιωσα ένα κύμα ενοχής να με πνίγει. Ήξερα πως είχε δίκιο, αλλά πώς να τα προλάβω όλα; Πώς να βρω χρόνο για εμάς, όταν τα παιδιά χρειάζονταν τόσα πολλά; Κι όμως, εκείνο το βράδυ, όταν έπεσα να κοιμηθώ, κάτι μέσα μου είχε σπάσει. Δεν ήξερα αν ήταν η κούραση ή η αίσθηση πως κάτι πολύτιμο χανόταν σιγά-σιγά.
Τις επόμενες μέρες προσπάθησα να αλλάξω. Έφτιαξα το αγαπημένο του φαγητό, του πρότεινα να βγούμε για έναν καφέ, να πάμε μια βόλτα στη θάλασσα. Εκείνος όμως ήταν ψυχρός, απόμακρος. Το κινητό του χτυπούσε συχνά και πάντα έβγαινε στο μπαλκόνι για να μιλήσει. Κάθε φορά που τον ρωτούσα με ποιον μιλάει, απαντούσε κοφτά: «Δουλειά». Κάτι μέσα μου φώναζε πως κάτι δεν πάει καλά, αλλά δεν ήθελα να το πιστέψω. Ήμουν σίγουρη πως αν προσπαθούσα λίγο ακόμα, όλα θα έφτιαχναν.
Ένα βράδυ, καθώς μάζευα τα ρούχα από το σαλόνι, το κινητό του έπεσε από τον καναπέ. Η οθόνη άναψε και είδα ένα μήνυμα: «Μου λείπεις… Πότε θα σε δω;» Η καρδιά μου σταμάτησε. Τα χέρια μου έτρεμαν. Δεν ήθελα να το πιστέψω. Όχι ο Νίκος, όχι ο άντρας που παντρεύτηκα, που μου υποσχέθηκε πως θα είμαστε πάντα μαζί.
Όταν τον ρώτησα, δεν το αρνήθηκε. «Ναι, Μαρία. Σε πρόδωσα. Αλλά δεν άντεχα άλλο να νιώθω αόρατος μέσα στο ίδιο μου το σπίτι. Εσύ φταις που έφτασα ως εδώ. Εσύ με έσπρωξες μακριά.»
Ένιωσα να καταρρέω. Τα πόδια μου λύγισαν, έπεσα στο πάτωμα και άρχισα να κλαίω. Εκείνος με κοίταζε ψυχρά, σαν να μην ήμουν πια η γυναίκα του, αλλά μια ξένη. «Δεν είχα άλλη επιλογή», είπε. «Ήθελα να νιώσω ξανά ζωντανός.»
Τις επόμενες μέρες ζούσα σαν φάντασμα. Τα παιδιά με ρωτούσαν γιατί ο μπαμπάς κοιμάται στον καναπέ, γιατί φωνάζουμε, γιατί δεν γελάμε πια. Δεν ήξερα τι να τους πω. Πώς να εξηγήσω σε δυο μικρά παιδιά ότι ο κόσμος τους άλλαξε για πάντα; Η Ελένη, η μικρή μου, ήρθε ένα βράδυ και με αγκάλιασε. «Μαμά, μην κλαις. Θα φτιάξουν όλα, έτσι;» Δεν είχα απάντηση. Μόνο δάκρυα.
Η μητέρα μου, η κυρία Σοφία, ήρθε να με βοηθήσει. «Μαρία, πρέπει να σταθείς στα πόδια σου. Τα παιδιά σε χρειάζονται. Ο Νίκος έκανε τη δική του επιλογή. Εσύ τι θα κάνεις;»
Δεν ήξερα. Όλη μου η ζωή ήταν χτισμένη πάνω στην οικογένειά μου. Ποτέ δεν σκέφτηκα τον εαυτό μου. Πάντα πρώτα τα παιδιά, μετά ο άντρας μου, και κάπου στο τέλος εγώ. Τώρα όμως, όλα είχαν γκρεμιστεί.
Ο Νίκος έφυγε από το σπίτι. Τα παιδιά έκλαιγαν, εγώ προσπαθούσα να κρατήσω τα προσχήματα. Οι γείτονες ψιθύριζαν, η μάνα μου με ρωτούσε κάθε μέρα αν έφαγα, αν κοιμήθηκα. Στο σχολείο, οι δασκάλες με κοιτούσαν με λύπηση. Ένιωθα πως όλοι με έκριναν. «Δεν ήσουν αρκετή γυναίκα για τον άντρα σου», άκουσα μια μέρα στο σούπερ μάρκετ από μια γνωστή. Ήθελα να ουρλιάξω.
Τα βράδια, όταν τα παιδιά κοιμόντουσαν, καθόμουν μόνη στην κουζίνα και σκεφτόμουν. Πού έφταιξα; Μήπως όντως παραμέλησα τον Νίκο; Μήπως έπρεπε να είμαι πιο ελκυστική, πιο διαθέσιμη; Ή μήπως εκείνος απλώς δεν άντεξε το βάρος της οικογένειας; Θυμήθηκα τα λόγια της μάνας μου: «Οι άντρες, Μαρία μου, θέλουν να νιώθουν πρώτοι. Αν τους αφήσεις δεύτερους, θα βρουν αλλού παρηγοριά.» Μα εγώ δεν ήθελα να τον αφήσω δεύτερο. Απλώς, τα παιδιά είχαν πάντα ανάγκη μου. Και τώρα, ήμουν μόνη.
Μια μέρα, ο Γιώργος γύρισε από το σχολείο και με ρώτησε: «Μαμά, ο μπαμπάς θα γυρίσει;» Δεν ήξερα τι να του πω. Τον πήρα αγκαλιά και του είπα: «Ο μπαμπάς και η μαμά σ’ αγαπάνε πολύ. Ό,τι κι αν γίνει, εμείς θα είμαστε πάντα εδώ για σένα και την Ελένη.» Εκείνο το βράδυ, αποφάσισα να σταθώ στα πόδια μου. Για τα παιδιά μου, για μένα.
Άρχισα να βγαίνω περισσότερο, να πηγαίνω βόλτες με τα παιδιά, να συναντώ φίλες που είχα χρόνια να δω. Η ζωή δεν ήταν εύκολη. Τα οικονομικά σφιχτά, η μοναξιά μεγάλη. Κάθε φορά που έβλεπα ζευγάρια στο πάρκο, ένιωθα ένα μαχαίρι στην καρδιά. Αλλά σιγά-σιγά, άρχισα να βρίσκω ξανά τον εαυτό μου. Να θυμάμαι τι μου άρεσε, τι με έκανε να γελάω, τι με έκανε να νιώθω ζωντανή.
Ο Νίκος ερχόταν να βλέπει τα παιδιά. Ήταν τυπικός, ευγενικός, αλλά ποτέ ξανά ο ίδιος. Μια μέρα, καθώς έφευγε, με κοίταξε και είπε: «Συγγνώμη, Μαρία. Ίσως να έφταιξα κι εγώ.» Δεν απάντησα. Δεν ήξερα αν ήθελα να τον συγχωρήσω. Ήξερα μόνο πως έπρεπε να συνεχίσω. Για μένα, για τα παιδιά μου.
Τώρα, μήνες μετά, κοιτάζω πίσω και αναρωτιέμαι: Πόσες γυναίκες σαν εμένα υπάρχουν στην Ελλάδα; Πόσες θυσιάζουν τον εαυτό τους για την οικογένεια, μόνο και μόνο για να βρεθούν μόνες στο τέλος; Μήπως τελικά πρέπει να μάθουμε να αγαπάμε και τον εαυτό μας, πριν να είναι αργά;
«Αν είχα βάλει τον εαυτό μου λίγο πιο ψηλά, θα είχαν αλλάξει τα πράγματα; Ή μήπως, ό,τι κι αν έκανα, το τέλος ήταν προδιαγεγραμμένο;»