Αν δεν θέλεις να καθίσεις στο τραπέζι με την οικογένειά μου, απλά μαγείρεψε και στρώσε το τραπέζι, και μετά φύγε!
«Αν δεν θέλεις να καθίσεις στο τραπέζι με την οικογένειά μου, Ιωάννα, απλά μαγείρεψε και στρώσε το τραπέζι, και μετά φύγε!»
Η φωνή του Ντάριου αντήχησε στην κουζίνα, γεμάτη ένταση και απογοήτευση. Τα χέρια μου έτρεμαν καθώς κρατούσα το μαχαίρι, κόβοντας τις ντομάτες για τη χωριάτικη σαλάτα. Δεν γύρισα να τον κοιτάξω. Ήξερα πως αν το έκανα, θα έβλεπε τα μάτια μου να γυαλίζουν από τα δάκρυα που πάλευα να συγκρατήσω. Έξι μήνες τώρα, κάθε φορά που πλησίαζε οικογενειακό τραπέζι, ένιωθα το στομάχι μου να σφίγγεται. Από εκείνο το βράδυ που όλα άλλαξαν.
«Δεν καταλαβαίνεις, ε;» ψιθύρισα, σχεδόν χωρίς φωνή. «Δεν είναι ότι δεν θέλω να είμαι μαζί σας. Δεν αντέχω να είμαι εκεί, να προσποιούμαι πως όλα είναι καλά, όταν μέσα μου νιώθω να πνίγομαι.»
Ο Ντάριος αναστέναξε βαριά. «Είναι η οικογένειά μου, Ιωάννα. Δεν μπορείς να τους αποφεύγεις για πάντα. Τι θα πω στη μάνα μου; Ότι η γυναίκα μου δεν αντέχει να φάει μαζί μας;»
Έκλεισα τα μάτια. Η φωνή της πεθεράς μου, της κυρίας Ελένης, αντηχούσε ακόμα στ’ αυτιά μου από εκείνο το βράδυ. «Εμείς στην οικογένειά μας δεν είχαμε ποτέ τέτοιες συμπεριφορές. Οι γυναίκες ξέρουν τη θέση τους, Ιωάννα μου. Δεν απαντούν έτσι στους άντρες!» Είχα τολμήσει να διαφωνήσω με τον Ντάριο μπροστά τους, για κάτι ασήμαντο, και ξαφνικά βρέθηκα στο επίκεντρο μιας επίθεσης που δεν περίμενα ποτέ.
Από τότε, κάθε πρόσκληση για φαγητό ήταν μια μικρή μάχη. Ο Ντάριος προσπαθούσε να με πείσει, εγώ έβρισκα δικαιολογίες. Μια φορά ήμουν άρρωστη, την άλλη είχα δουλειά. Εκείνος το κατάλαβε, αλλά δεν το παραδέχτηκε ποτέ ανοιχτά. Μέχρι σήμερα.
«Δεν μπορώ να το κάνω αυτό στον εαυτό μου, Ντάριε. Δεν μπορώ να κάθομαι δίπλα τους και να νιώθω ότι με κρίνουν σε κάθε μου λέξη, σε κάθε μου κίνηση. Δεν είμαι αυτή που θέλουν. Δεν θα γίνω ποτέ.»
Γύρισε και με κοίταξε. Τα μάτια του ήταν γεμάτα παράπονο. «Κι εγώ τι να κάνω; Να διαλέξω ανάμεσα σε σένα και στην οικογένειά μου;»
Ένα κομμάτι μου ήθελε να του φωνάξει «Ναι! Διάλεξε εμένα!», αλλά ήξερα πως αυτό δεν ήταν δίκαιο. Δεν ήθελα να τον βάλω σε αυτή τη θέση. Αλλά ούτε και να θυσιάσω τον εαυτό μου για να νιώθουν οι άλλοι άνετα.
Το τηλέφωνο χτύπησε. Ήταν η αδερφή του, η Μαρία. «Ιωάννα, θα φέρεις εσύ το γλυκό; Η μαμά λέει να μην πάρεις τίποτα με σοκολάτα, ξέρεις ότι ο πατέρας έχει ζάχαρο.» Η φωνή της ήταν ψυχρή, τυπική. Από τότε που έγινε το σκηνικό, η Μαρία είχε απομακρυνθεί. Πάντα ευγενική, αλλά ποτέ ζεστή.
«Θα φέρω κάτι ελαφρύ,» απάντησα, προσπαθώντας να ακουστώ φυσιολογική.
Όταν έκλεισα το τηλέφωνο, ο Ντάριος είχε ήδη βγει στο μπαλκόνι. Τον άκουσα να μιλάει με τη μητέρα του. «Ναι, μαμά, θα έρθουμε. Ναι, η Ιωάννα θα φέρει το γλυκό. Όχι, δεν ξέρω αν θα κάτσει μαζί μας. Θα δούμε.» Η φωνή του ήταν κουρασμένη, σχεδόν παραδομένη.
Το βράδυ, καθώς ετοίμαζα το ταψί με το γαλακτομπούρεκο, τα δάκρυα έπεφταν μέσα στη γέμιση. Θυμήθηκα τη δική μου μητέρα, τη δική μου οικογένεια. Πόσο διαφορετικά ήταν όλα στο σπίτι μας. Εκεί, αν διαφωνούσαμε, το κάναμε με φωνές, αλλά μετά αγκαλιαζόμασταν. Εδώ, κάθε διαφωνία ήταν μαχαίρι. Κάθε λάθος, στίγμα.
Την επόμενη μέρα, το σπίτι της πεθεράς μου μύριζε καθαριότητα και λεμόνι. Τα τραπεζομάντιλα σιδερωμένα, τα ποτήρια γυάλιζαν. Η κυρία Ελένη με υποδέχτηκε με ένα χαμόγελο που δεν έφτανε ποτέ στα μάτια της. «Καλώς την Ιωάννα. Ελπίζω να μην κουράστηκες με το γλυκό.»
«Όχι, καθόλου,» απάντησα, προσπαθώντας να κρατήσω τη φωνή μου σταθερή.
Η Μαρία με αγκάλιασε τυπικά. Ο πατέρας του Ντάριου, ο κύριος Μανώλης, μου έσφιξε το χέρι. «Όλα καλά, κορίτσι μου;»
«Όλα καλά,» ψέλλισα.
Καθώς έστρωνα το τραπέζι, άκουγα τις ψιθυριστές κουβέντες από το σαλόνι. «Δεν είναι σωστό αυτό που κάνει η Ιωάννα,» έλεγε η κυρία Ελένη στη Μαρία. «Πρέπει να μάθει να προσαρμόζεται. Εδώ είναι Ελλάδα, όχι το σπίτι της.»
Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου. Ήθελα να φωνάξω, να τους πω ότι κι εγώ είμαι Ελλάδα, ότι κι εγώ έχω οικογένεια, αξίες, καρδιά. Αλλά έμεινα σιωπηλή. Έστρωσα το τραπέζι, έβαλα τα πιάτα, τα ποτήρια, τα μαχαιροπίρουνα. Κοίταξα το ρολόι. Είχα πει στον Ντάριο ότι θα φύγω πριν αρχίσει το φαγητό.
«Ιωάννα, δεν θα κάτσεις μαζί μας;» με ρώτησε η κυρία Ελένη, με εκείνο το βλέμμα που ήξερα ότι περίμενε να υποκύψω.
«Όχι, κυρία Ελένη. Έχω μια δουλειά, πρέπει να φύγω.»
Ο Ντάριος με κοίταξε απογοητευμένος. «Σε παρακαλώ, έλα. Μόνο για λίγο.»
Τον κοίταξα στα μάτια. «Δεν μπορώ, Ντάριε. Όχι σήμερα.»
Έφυγα σχεδόν τρέχοντας. Στο δρόμο για το σπίτι, τα δάκρυα κυλούσαν ασταμάτητα. Ένιωθα ενοχές, θυμό, λύπη. Γιατί να είναι τόσο δύσκολο; Γιατί να μην μπορώ να είμαι απλά ο εαυτός μου;
Το βράδυ, ο Ντάριος γύρισε αργά. Δεν μιλήσαμε πολύ. Κάθισε δίπλα μου στον καναπέ, αλλά υπήρχε μια απόσταση ανάμεσά μας που δεν μπορούσα να γεφυρώσω.
«Θα το παλέψουμε, Ιωάννα;» με ρώτησε τελικά, με μια φωνή που έσπαγε.
Τον κοίταξα και ένιωσα την καρδιά μου να σφίγγεται. «Θέλω να το παλέψουμε. Αλλά δεν μπορώ να το κάνω μόνη μου.»
Κοιτάζω το ταβάνι τα βράδια και αναρωτιέμαι: Πόσο αξίζει να θυσιάζεις τον εαυτό σου για να ανήκεις; Πόσο μακριά μπορείς να φτάσεις πριν χαθείς τελείως; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;