Κάθε Σαββατοκύριακο, μια Μάχη: Είμαι Μόνο η Οικονόμος στο Σπίτι μου;
«Άννα, πού είναι τα κουλουράκια που έφτιαξες; Ο πατέρας του Μιχάλη δεν τα βρίσκει!» Η φωνή της πεθεράς μου, της κυρίας Ελένης, αντηχεί στο σαλόνι, διαπερνώντας κάθε ίχνος ησυχίας που προσπαθώ να κρατήσω μέσα μου. Κοιτάζω το ρολόι. Είναι μόλις έντεκα το πρωί και ήδη νιώθω εξαντλημένη. Τα Σαββατοκύριακα στο σπίτι μας δεν είναι ποτέ ήσυχα. Από τη στιγμή που παντρεύτηκα τον Μιχάλη, κάθε Σάββατο και Κυριακή το σπίτι μας γεμίζει με φωνές, απαιτήσεις και μια αόρατη πίεση που με πνίγει.
«Στο ντουλάπι, κυρία Ελένη. Εκεί που τα βάζω πάντα», απαντώ όσο πιο ήρεμα μπορώ, αν και μέσα μου βράζω. Η κυρία Ελένη με κοιτάζει με εκείνο το βλέμμα που λέει «δεν τα κάνεις ποτέ όπως πρέπει». Ο πεθερός μου, ο κύριος Στέλιος, κάθεται στον καναπέ, διαβάζει εφημερίδα και κάθε τόσο φωνάζει: «Άννα, φέρε μου λίγο καφέ. Και βάλε και λίγη ζάχαρη παραπάνω, όπως μου αρέσει». Ο Μιχάλης, ο άντρας μου, κάθεται δίπλα του, χαμογελάει και κουβεντιάζει για τα πολιτικά, λες και όλα είναι στη θέση τους.
Κάθε φορά που ακούω το όνομά μου, νιώθω να μικραίνω. Να γίνομαι αόρατη. Να υπάρχω μόνο για να εξυπηρετώ. Ποτέ δεν με ρώτησαν αν θέλω να περάσω το Σαββατοκύριακο μου έτσι. Ποτέ δεν με ρώτησαν αν κουράζομαι, αν έχω ανάγκη να ξεκουραστώ ή να βγω μια βόλτα. Όλα περιστρέφονται γύρω από τις ανάγκες των άλλων. Και ο Μιχάλης; Ο Μιχάλης απλώς χαμογελάει, σαν να μην καταλαβαίνει τίποτα.
«Άννα, το φαγητό είναι έτοιμο;» ρωτάει ο Μιχάλης, χωρίς να με κοιτάζει. «Σε λίγο», απαντώ, προσπαθώντας να συγκρατήσω τα δάκρυά μου. Πόσες φορές να το πω; Πόσες φορές να το ζήσω; Κάθε Σάββατο, κάθε Κυριακή, το ίδιο έργο. Εγώ στην κουζίνα, οι άλλοι στο σαλόνι. Εγώ να μαζεύω, να σκουπίζω, να σερβίρω. Εκείνοι να συζητούν, να γελούν, να απολαμβάνουν.
Θυμάμαι την πρώτη φορά που ήρθαν οι γονείς του Μιχάλη στο σπίτι μας. Ήμουν γεμάτη χαρά και άγχος. Ήθελα να τους ευχαριστήσω, να δείξω ότι είμαι καλή νοικοκυρά. Έφτιαξα τα πάντα μόνη μου, από πίτες μέχρι γλυκά. Η κυρία Ελένη με κοίταξε και είπε: «Καλά τα έκανες, αλλά εγώ βάζω λίγο παραπάνω αλάτι στη σπανακόπιτα». Από τότε, κάθε φορά που έρχεται, βρίσκει κάτι να διορθώσει. Ποτέ δεν είναι αρκετό. Ποτέ δεν είμαι αρκετή.
«Άννα, έλα λίγο εδώ», φωνάζει ξανά η κυρία Ελένη. Πηγαίνω στο σαλόνι, σκουπίζοντας τα χέρια μου στην ποδιά. «Το τραπεζομάντηλο έχει λεκέδες. Δεν το είδες;» Με κοιτάζει με εκείνο το βλέμμα που με κάνει να νιώθω δέκα χρονών. «Θα το αλλάξω αμέσως», λέω χαμηλόφωνα. Ο Μιχάλης δεν λέει τίποτα. Ούτε μια λέξη υπεράσπισης. Μόνο κοιτάζει το κινητό του.
Το βράδυ, όταν επιτέλους φεύγουν, το σπίτι είναι άδειο και εγώ νιώθω πιο μόνη από ποτέ. Ο Μιχάλης κάθεται στον καναπέ, ανάβει την τηλεόραση. «Κουράστηκες;» με ρωτάει αδιάφορα. «Ναι, πολύ», του απαντώ. «Έλα μωρέ, μια φορά τη βδομάδα έρχονται. Μη δίνεις σημασία», μου λέει και αλλάζει κανάλι. Θέλω να ουρλιάξω. Να του πω ότι δεν αντέχω άλλο. Ότι κάθε φορά που έρχονται, νιώθω σαν υπηρέτρια στο ίδιο μου το σπίτι. Αλλά δεν το λέω. Καταπίνω τα λόγια μου, όπως καταπίνω και τα δάκρυά μου.
Την Κυριακή το πρωί, όλα αρχίζουν ξανά. Η κυρία Ελένη φέρνει μαζί της ένα ταψί γεμιστά. «Έκανα λίγα για να φάμε όλοι. Εσύ δεν προλαβαίνεις με τόσες δουλειές», μου λέει με εκείνο το ειρωνικό χαμόγελο. Ο κύριος Στέλιος ζητάει πάλι καφέ. Ο Μιχάλης γελάει με τα αστεία του πατέρα του. Εγώ στην κουζίνα, να μαζεύω, να πλένω, να σκουπίζω. Κάποια στιγμή, η κυρία Ελένη μπαίνει στην κουζίνα. «Άννα, πρέπει να προσέχεις περισσότερο το σπίτι. Η σκόνη φαίνεται παντού. Δεν είναι σωστό για μια γυναίκα να αφήνει έτσι το σπίτι της». Νιώθω το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου. «Κάνω ό,τι μπορώ», της λέω, προσπαθώντας να κρατήσω τη φωνή μου σταθερή. «Δεν είναι αρκετό», μου απαντάει ψυχρά.
Το βράδυ, όταν φεύγουν, κάθομαι στο τραπέζι και κοιτάζω τα χέρια μου. Είναι κόκκινα από το πλύσιμο. Τα μάτια μου καίνε. Ο Μιχάλης έρχεται και κάθεται απέναντί μου. «Τι έχεις;» με ρωτάει. «Δεν αντέχω άλλο», του λέω. «Δεν αντέχω να νιώθω αόρατη. Να είμαι μόνο για τις δουλειές. Να μην με βλέπεις, να μην με ακούς. Θέλω να ζήσω κι εγώ. Θέλω να με σέβεστε». Ο Μιχάλης με κοιτάζει σαστισμένος. «Υπερβάλλεις, Άννα. Όλες οι γυναίκες έτσι κάνουν. Έτσι είναι στην Ελλάδα. Τι να κάνουμε;»
Σηκώνομαι από το τραπέζι. «Όχι, Μιχάλη. Δεν είναι έτσι. Δεν θέλω να ζω έτσι. Δεν είμαι μόνο η οικονόμος σας. Είμαι άνθρωπος. Έχω ανάγκες, έχω όνειρα. Θέλω να με σέβεστε. Θέλω να με αγαπάτε, όχι να με θεωρείτε δεδομένη». Ο Μιχάλης δεν απαντάει. Μένει σιωπηλός. Για πρώτη φορά, βλέπω στα μάτια του μια αμφιβολία, μια σκιά. Ίσως κατάλαβε. Ίσως όχι.
Τις επόμενες μέρες, σκέφτομαι συνέχεια τα λόγια μου. Μήπως ήμουν υπερβολική; Μήπως φταίω εγώ; Αλλά κάθε φορά που θυμάμαι τα Σαββατοκύριακα, τη μοναξιά, την αόρατη πίεση, ξέρω ότι δεν φταίω. Ξέρω ότι αξίζω κάτι καλύτερο. Μιλάω με τη φίλη μου τη Μαρία. «Άννα, δεν είσαι μόνη σου. Όλες το ζούμε αυτό. Αλλά πρέπει να βάλεις όρια. Αν δεν το κάνεις εσύ, κανείς δεν θα το κάνει για σένα», μου λέει. Τα λόγια της με κάνουν να σκεφτώ. Μήπως ήρθε η ώρα να αλλάξω τα πράγματα;
Το επόμενο Σάββατο, όταν έρχονται οι γονείς του Μιχάλη, τους υποδέχομαι ευγενικά, αλλά δεν τρέχω να τους σερβίρω. Κάθομαι μαζί τους στο σαλόνι. Όταν η κυρία Ελένη ζητάει καφέ, της λέω: «Μπορείτε να φτιάξετε μόνη σας, η κουζίνα είναι ελεύθερη». Με κοιτάζει έκπληκτη. Ο Μιχάλης με κοιτάζει κι αυτός. «Άννα, τι έπαθες;» ρωτάει. «Τίποτα. Απλώς θέλω να καθίσω λίγο μαζί σας. Να μιλήσουμε. Να περάσω κι εγώ καλά», του απαντώ. Η κυρία Ελένη δεν λέει τίποτα. Ο κύριος Στέλιος σηκώνεται και φτιάχνει μόνος του τον καφέ του. Για πρώτη φορά, νιώθω ελεύθερη. Νιώθω ότι υπάρχω.
Το βράδυ, όταν φεύγουν, ο Μιχάλης με πλησιάζει. «Δεν σε αναγνωρίζω», μου λέει. «Ίσως ήρθε η ώρα να με γνωρίσεις», του απαντώ. Εκείνος με κοιτάζει σιωπηλός. Ίσως να μην του αρέσει η αλλαγή. Ίσως να φοβάται. Αλλά εγώ δεν φοβάμαι πια. Ξέρω ότι αξίζω να με σέβονται. Ξέρω ότι αξίζω να είμαι ευτυχισμένη.
Και τώρα, αναρωτιέμαι: Πόσες γυναίκες στην Ελλάδα ζουν έτσι; Πόσες από εμάς νιώθουμε αόρατες, χαμένες ανάμεσα σε πιάτα και απαιτήσεις; Μήπως ήρθε η ώρα να πούμε όλες μαζί «φτάνει»; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;