Ο γαμπρός μου θέλει να αγοράσει σπίτι στη μητέρα του. Πρέπει να το επιτρέψω;
«Μαμά, σε παρακαλώ, μην ανακατεύεσαι. Είναι δική μας απόφαση!» Η φωνή της Ελένης, της κόρης μου, έτρεμε από θυμό και αγωνία. Καθόμουν στην άκρη του καναπέ, τα χέρια μου σφιγμένα, τα μάτια μου καρφωμένα στο πάτωμα. Ο γαμπρός μου, ο Νίκος, στεκόταν όρθιος δίπλα της, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, το βλέμμα του σκληρό, σχεδόν εχθρικό.
«Δεν είναι τόσο απλό, Ελένη. Μιλάμε για το μέλλον σου, για το μέλλον των παιδιών σου. Δεν καταλαβαίνεις;» Η φωνή μου έσπασε. Ήθελα να ουρλιάξω, να ταρακουνήσω την κόρη μου, να της πω να ξυπνήσει. Αλλά ήξερα πως αν το έκανα, θα την έχανα για πάντα.
Όλα ξεκίνησαν πριν δύο εβδομάδες, όταν ο Νίκος ανακοίνωσε πως βρήκε ένα διαμέρισμα στα Πατήσια, «ευκαιρία», όπως είπε. Το πρόβλημα ήταν πως ήθελε να το αγοράσει στο όνομα της μητέρας του, της κυρίας Σοφίας. «Είναι για να νιώθει ασφάλεια η μάνα μου, να έχει κάτι δικό της στα γεράματα», είπε. Η Ελένη, πάντα πρόθυμη να αποφύγει τη σύγκρουση, συμφώνησε αμέσως. Εγώ όμως, ένιωσα ένα σφίξιμο στο στομάχι.
«Και τα παιδιά;» ρώτησα. «Αν γίνει κάτι, αν χωρίσετε, τι θα μείνει στην Ελένη και στα εγγόνια μου;»
Ο Νίκος με κοίταξε με εκείνο το ειρωνικό του χαμόγελο. «Μην ανησυχείτε, κυρία Μαρία. Εγώ ξέρω τι κάνω. Η μάνα μου είναι δικός μας άνθρωπος.»
Αυτές οι λέξεις με στοίχειωσαν. Δικός μας άνθρωπος; Από πότε η οικογένεια της Ελένης έγινε δεύτερη προτεραιότητα; Από πότε η μάνα του Νίκου μπήκε πάνω από τα παιδιά μου;
Τις επόμενες μέρες, δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Σκεφτόμουν τη ζωή της Ελένης, πώς πάλεψε να σπουδάσει, να βρει δουλειά, να μεγαλώσει τα παιδιά της με αξιοπρέπεια. Ο Νίκος, πάντα φιλόδοξος, πάντα με το βλέμμα στο χρήμα, είχε βρει τώρα έναν τρόπο να εξασφαλίσει τη μάνα του, αλλά εις βάρος της δικής μου οικογένειας.
«Μαμά, μην το κάνεις θέμα», μου είπε μια μέρα η Ελένη, όταν της τηλεφώνησα. «Ο Νίκος έχει δίκιο. Η κυρία Σοφία είναι μόνη της, δεν έχει κανέναν άλλον.»
«Κι εσύ; Εσύ δεν έχεις κανέναν; Εγώ τι είμαι;»
Η σιωπή της με πλήγωσε περισσότερο από κάθε λέξη. Ήξερα πως ένιωθε παγιδευμένη ανάμεσα σε εμένα και τον άντρα της. Ήξερα πως δεν ήθελε να διαλέξει πλευρά. Αλλά κάποιος έπρεπε να την προστατέψει. Αν δεν το έκανα εγώ, ποιος;
Το βράδυ εκείνο, πήγα στο σπίτι τους. Η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη. Τα παιδιά έπαιζαν στο δωμάτιό τους, ανυποψίαστα για τη θύελλα που ερχόταν. Η Ελένη με κοίταξε με μάτια κόκκινα από το κλάμα. Ο Νίκος, ψυχρός, σχεδόν αδιάφορος.
«Θέλω να μιλήσουμε», είπα. «Όλοι μαζί.»
Ο Νίκος αναστέναξε. «Κυρία Μαρία, δεν καταλαβαίνω γιατί κάνετε έτσι. Είναι απλά ένα σπίτι.»
«Όχι, Νίκο. Δεν είναι απλά ένα σπίτι. Είναι το μέλλον της κόρης μου. Είναι η ασφάλεια των εγγονιών μου. Αν το σπίτι είναι στο όνομα της μητέρας σου, τι θα γίνει αν εκείνη πεθάνει; Θα το κληρονομήσει ο αδερφός σου, που δεν έχει καμία σχέση με την Ελένη;»
Ο Νίκος σήκωσε τους ώμους. «Θα το κανονίσουμε. Μην ανησυχείτε.»
Η Ελένη άρχισε να κλαίει. «Δεν αντέχω άλλο, μαμά. Θέλω να ηρεμήσουμε. Θέλω να σταματήσεις να ανακατεύεσαι.»
Ένιωσα το βάρος της μοναξιάς να με πλακώνει. Ήμουν μόνη μου απέναντι σε όλους. Ακόμα και η ίδια μου η κόρη με έβλεπε σαν εχθρό.
Τις επόμενες μέρες, η ένταση στο σπίτι μεγάλωσε. Η Ελένη απέφευγε να μου μιλήσει. Ο Νίκος έκανε πως δεν με βλέπει. Η κυρία Σοφία, πάντα γλυκομίλητη, άρχισε να με κοιτάει με καχυποψία. Μια μέρα, την πέτυχα στο σούπερ μάρκετ. «Μαρία, δεν θέλω να γίνω αιτία να τσακωθείτε», μου είπε. «Αλλά ο Νίκος είναι το παιδί μου. Θέλει να με φροντίσει.»
«Κι εγώ; Εγώ δεν θέλω να φροντίσω την κόρη μου;» της απάντησα. «Δεν καταλαβαίνεις ότι έτσι την αφήνεις ξεκρέμαστη;»
Η κυρία Σοφία χαμήλωσε το βλέμμα. «Δεν είναι δική μου απόφαση.»
Γύρισα σπίτι και ξέσπασα σε κλάματα. Ένιωθα πως χάνω την κόρη μου, πως χάνω τα πάντα. Οι φίλες μου με συμβούλεψαν να κάνω πίσω. «Άσε τα παιδιά να αποφασίσουν μόνα τους», μου είπαν. «Αν ανακατεύεσαι, μόνο κακό θα κάνεις.»
Αλλά πώς να κάνω πίσω; Πώς να αφήσω την κόρη μου να πέσει σε μια παγίδα;
Μια μέρα, ο μικρός μου εγγονός, ο Γιώργος, ήρθε και με αγκάλιασε. «Γιαγιά, γιατί μαλώνετε με τον μπαμπά;» με ρώτησε με αθωότητα. Δεν ήξερα τι να του απαντήσω. Πώς να εξηγήσω σε ένα παιδί ότι οι μεγάλοι καμιά φορά κάνουν λάθη που πληγώνουν τους άλλους;
Το βράδυ εκείνο, κάθισα μόνη μου στο μπαλκόνι. Κοίταζα τα φώτα της πόλης και σκεφτόμουν τη ζωή μου. Πόσες θυσίες έκανα για την Ελένη. Πόσες φορές έβαλα τον εαυτό μου στην άκρη για να έχει εκείνη μια καλύτερη ζωή. Και τώρα, όλα αυτά κινδύνευαν να χαθούν για χάρη μιας απόφασης που δεν είχε σκεφτεί καλά.
Την επόμενη μέρα, πήρα το θάρρος και πήγα ξανά στο σπίτι τους. Αυτή τη φορά, ήμουν αποφασισμένη να μιλήσω ήρεμα. «Ελένη, σε παρακαλώ, άκουσέ με. Δεν θέλω να σε πληγώσω. Θέλω μόνο να σε προστατέψω. Αν το σπίτι είναι στο όνομα της κυρίας Σοφίας, δεν θα έχεις κανένα δικαίωμα. Αν γίνει κάτι, θα μείνεις στο δρόμο με τα παιδιά. Δεν το αντέχω αυτό.»
Η Ελένη με κοίταξε με δάκρυα στα μάτια. «Μαμά, φοβάμαι. Αλλά φοβάμαι και να του πω όχι. Ο Νίκος είναι πεισματάρης. Αν του πάω κόντρα, θα γίνει χαμός.»
«Καλύτερα να γίνει χαμός τώρα, παρά να βρεθείς αργότερα χωρίς σπίτι», της είπα. «Σκέψου τα παιδιά σου.»
Ο Νίκος μπήκε στο δωμάτιο. «Τι λέτε πάλι;»
Η Ελένη πήρε μια βαθιά ανάσα. «Νίκο, θέλω το σπίτι να είναι στο όνομά μας. Και των δύο. Δεν θέλω να μείνω ξεκρέμαστη.»
Ο Νίκος θύμωσε. «Δηλαδή δεν εμπιστεύεσαι τη μάνα μου;»
«Δεν έχει να κάνει με εμπιστοσύνη. Έχει να κάνει με το μέλλον των παιδιών μας», του απάντησε η Ελένη, με φωνή που δεν είχα ξανακούσει από εκείνη.
Η ένταση ήταν αφόρητη. Ο Νίκος έφυγε από το σπίτι, χτυπώντας την πόρτα. Η Ελένη έπεσε στην αγκαλιά μου και έκλαψε. «Μαμά, φοβάμαι τι θα γίνει τώρα.»
«Εγώ είμαι εδώ», της είπα. «Ό,τι κι αν γίνει, θα είμαι πάντα δίπλα σου.»
Τις επόμενες μέρες, ο Νίκος δεν μιλούσε σε κανέναν. Η κυρία Σοφία προσπάθησε να μεσολαβήσει. «Μαρία, δεν θέλω να χαλάσουμε τις οικογένειές μας για ένα σπίτι», μου είπε. «Ας βρούμε μια λύση.»
Τελικά, μετά από πολλές συζητήσεις, αποφάσισαν να αγοράσουν το σπίτι στο όνομα και των δύο, της Ελένης και του Νίκου. Η κυρία Σοφία θα έμενε μαζί τους, αλλά χωρίς να έχει δικαιώματα ιδιοκτησίας. Ο Νίκος δεν ήταν ευχαριστημένος, αλλά τελικά υποχώρησε.
Η Ελένη με ευχαρίστησε. «Μαμά, αν δεν ήσουν εσύ, δεν θα είχα το κουράγιο να του το πω.»
Αλλά ακόμα και τώρα, αναρωτιέμαι: Έκανα το σωστό; Ή μήπως ανακατεύτηκα περισσότερο απ’ όσο έπρεπε; Πόσο δικαίωμα έχουμε, τελικά, να επεμβαίνουμε στις ζωές των παιδιών μας; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;