«Ξέχνα τα λεφτά, Μαρία. Ο πατέρας σου μας βοηθάει με τα παιδιά τόσα χρόνια – ας το θεωρήσουμε πληρωμένο»
«Ξέχνα τα λεφτά, Μαρία. Ο πατέρας σου μας βοηθάει με τα παιδιά τόσα χρόνια – ας το θεωρήσουμε πληρωμένο.»
Η φωνή του Νίκου αντηχεί ακόμα στα αυτιά μου, γεμάτη ένταση και μια δόση παραίτησης. Στεκόμουν μπροστά του στην κουζίνα μας, τα χέρια μου σφιγμένα γύρω από μια κούπα καφέ που είχε παγώσει εδώ και ώρα. Τα παιδιά έπαιζαν στο σαλόνι, αλλά εγώ ήμουν παγιδευμένη σ’ εκείνη τη φράση. Πώς γίνεται να ξεχάσω τόσα λεφτά; Πώς γίνεται να ξεχάσω τις υποσχέσεις;
«Δεν είναι τόσο απλό, Νίκο. Ξέρεις πόσο δυσκολευόμαστε τελευταία. Δεν μπορώ να κάνω πως δεν έγινε τίποτα.»
Ο Νίκος αναστέναξε, τρίβοντας το μέτωπό του. «Μαρία, ο πατέρας σου μας έχει σταθεί. Χωρίς αυτόν, δεν θα μπορούσαμε να δουλεύουμε και οι δύο. Δεν θα είχαμε ποτέ δει μια βραδινή έξοδο χωρίς να ανησυχούμε για τα παιδιά. Δεν είναι κι αυτό μια μορφή αποπληρωμής;»
Ένιωσα ένα κύμα ενοχής να με πνίγει. Ήξερα πως είχε δίκιο – ο πατέρας μου, ο κύριος Γιώργος, ήταν πάντα εκεί. Από τότε που γεννήθηκε ο μικρός μας, ο Αντώνης, ερχόταν κάθε πρωί στο σπίτι, έπαιζε μαζί τους, τους διάβαζε παραμύθια, τους πήγαινε βόλτα στη γειτονιά. Όμως το χρέος παρέμενε – 12.000 ευρώ που του δώσαμε όταν άνοιξε εκείνο το μικρό καφενείο στο Παγκράτι.
Θυμάμαι ακόμα τη μέρα που μας το ζήτησε. Καθόμασταν στο τραπέζι της κουζίνας του, η μαμά είχε φτιάξει γιουβαρλάκια και ο πατέρας μου μιλούσε με ενθουσιασμό για το όνειρό του. «Θα είναι κάτι δικό μου, Μαρία. Θα σας κάνω περήφανους.» Ο Νίκος κι εγώ είχαμε μαζέψει αυτά τα λεφτά με κόπο – χρόνια αποταμίευσης, λίγα-λίγα από κάθε μισθό. Δεν διστάσαμε ούτε στιγμή.
«Θα στα επιστρέψω το πολύ σε έναν χρόνο», είχε πει.
Πέρασαν τέσσερα χρόνια.
Το καφενείο έκλεισε μέσα σε δύο. Η κρίση, τα ενοίκια, οι λογαριασμοί… Ο πατέρας μου δεν μιλούσε πια για όνειρα. Μόνο για λογαριασμούς και για το πόσο δύσκολα είναι τα πράγματα στην Ελλάδα σήμερα.
Κι εγώ; Εγώ έμεινα με μια πίκρα που δεν ήξερα πώς να διαχειριστώ. Δεν ήθελα να τον πιέσω – τον έβλεπα να λυγίζει κάθε μέρα λίγο περισσότερο. Αλλά τώρα που ο Νίκος έχασε τη δουλειά του και εγώ δουλεύω διπλοβάρδιες σε ένα φροντιστήριο αγγλικών, κάθε ευρώ μετράει.
«Μαμά!» φώναξε η μικρή Ελένη από το σαλόνι. «Ο παππούς ήρθε!»
Ένιωσα την καρδιά μου να σφίγγεται. Ο πατέρας μου μπήκε χαμογελαστός, κρατώντας μια σακούλα με πορτοκάλια από τη λαϊκή.
«Καλημέρα, παιδιά! Έφερα φρέσκα πορτοκάλια για τους μικρούς μου!»
Ο Νίκος τον χαιρέτησε ψυχρά – δεν μπορούσε να κρύψει την ενόχλησή του πια. Εγώ προσπάθησα να χαμογελάσω.
«Πατέρα… μπορούμε να μιλήσουμε λίγο;»
Με κοίταξε ανήσυχος. «Τι συμβαίνει, Μαρία;»
Πήγαμε στο μπαλκόνι. Η Αθήνα απλωνόταν μπροστά μας, γκρίζα και θολή από το καυσαέριο.
«Πατέρα… ξέρεις ότι τα πράγματα είναι δύσκολα για μας τώρα. Ο Νίκος… έχασε τη δουλειά του.»
Έσκυψε το κεφάλι του. «Το ξέρω, κορίτσι μου…»
«Τα λεφτά που σου δώσαμε… υπάρχει περίπτωση να μας επιστρέψεις κάτι; Έστω λίγα-λίγα;»
Σήκωσε τα μάτια του – ήταν υγρά.
«Μαρία… αν είχα, θα σας τα έδινα όλα πίσω. Δεν κοιμάμαι τα βράδια από τη ντροπή μου. Αλλά δεν έχω τίποτα πια… μόνο τη σύνταξή μου και αυτήν τη δίνω στη μάνα σου για τα φάρμακά της.»
Ένιωσα ένα κόμπο στον λαιμό μου.
«Δεν θέλω να σε πιέσω… απλά…»
Με διέκοψε: «Ξέρω ότι σας έχω απογοητεύσει.»
Γύρισα μέσα με βαριά βήματα. Ο Νίκος με περίμενε στην κουζίνα.
«Τι σου είπε;»
«Δεν μπορεί…» ψιθύρισα.
Ο Νίκος χτύπησε το τραπέζι με το χέρι του. «Και εμείς τι θα κάνουμε; Θα συνεχίσουμε να κάνουμε τον καλό; Να τον έχουμε εδώ κάθε μέρα σαν να μην τρέχει τίποτα;»
«Είναι ο πατέρας μου!» φώναξα χωρίς να το θέλω.
«Και εγώ είμαι ο άντρας σου! Και έχουμε δυο παιδιά που πρέπει να ταΐσουμε!»
Η ένταση ανάμεσά μας είχε φτάσει στο αποκορύφωμα τις τελευταίες εβδομάδες. Κοιμόμασταν πλάτη-πλάτη, μιλούσαμε μόνο για τα απαραίτητα. Η οικονομική πίεση είχε γίνει δηλητήριο στη σχέση μας.
Το βράδυ εκείνο δεν κοιμήθηκα καθόλου. Σκεφτόμουν τη μάνα μου – πώς θα ένιωθε αν ήξερε ότι μαλώνουμε για τον πατέρα μου; Σκεφτόμουν τον ίδιο τον πατέρα μου – πώς άλλαξε τόσο πολύ η ζωή του μέσα σε λίγα χρόνια; Και σκεφτόμουν τον Νίκο – πώς έγινε τόσο σκληρός;
Την επόμενη μέρα πήγα στη δουλειά εξαντλημένη. Η διευθύντρια με φώναξε στο γραφείο της.
«Μαρία, ξέρω ότι περνάς δύσκολα… αλλά πρέπει να σου πω ότι θα μειώσουμε τις ώρες σου από τον επόμενο μήνα.»
Ένιωσα το πάτωμα να φεύγει κάτω από τα πόδια μου.
Γύρισα σπίτι νωρίτερα και βρήκα τον πατέρα μου στην κουζίνα με τα παιδιά.
«Τι έχεις, κορίτσι μου;»
Δεν άντεξα – ξέσπασα σε κλάματα μπροστά του.
«Πατέρα… δεν αντέχω άλλο! Όλα πάνε στραβά! Δεν έχουμε λεφτά ούτε για το ρεύμα! Και νιώθω ότι σε πρόδωσα κι εσένα…»
Με αγκάλιασε σφιχτά.
«Εσύ είσαι το παιδί μου… Εγώ σε πρόδωσα, όχι εσύ εμένα.»
Το ίδιο βράδυ ο Νίκος γύρισε αργά σπίτι. Είχε πιει – κάτι που δεν έκανε συχνά.
«Μαρία… συγγνώμη», ψιθύρισε καθώς έπεσε στον καναπέ δίπλα μου. «Δεν ξέρω τι να κάνω άλλο…»
Τον αγκάλιασα κι εγώ αυτή τη φορά.
«Θα τα καταφέρουμε», του είπα χωρίς να το πιστεύω πραγματικά.
Τις επόμενες μέρες προσπαθήσαμε να βρούμε λύσεις – ο Νίκος έκανε κάποιες δουλειές του ποδαριού, εγώ έψαχνα για δεύτερη δουλειά. Ο πατέρας μου συνέχισε να έρχεται κάθε μέρα, αλλά τώρα υπήρχε μια αμηχανία ανάμεσά μας που δεν υπήρχε πριν.
Ένα απόγευμα η μάνα μου με πήρε τηλέφωνο κλαίγοντας.
«Ο πατέρας σου έπαθε κρίση πανικού… τον πήγαμε στο νοσοκομείο.»
Έτρεξα εκεί όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Τον βρήκα ξαπλωμένο στο φορείο, χλωμό και αδύναμο.
«Συγγνώμη, Μαρία… δεν ήθελα να σας γίνω βάρος», ψιθύρισε μόλις με είδε.
Ένιωσα ότι όλος ο κόσμος γύριζε γύρω μου.
Την επόμενη μέρα πήγα σπίτι τους και κάθισα μαζί τους στο τραπέζι της κουζίνας – εκεί που ξεκίνησαν όλα.
«Πατέρα… μαμά… θέλω να σας πω κάτι.»
Με κοίταξαν και οι δύο με αγωνία.
«Δεν θέλω άλλο να μιλάμε για λεφτά μεταξύ μας. Θέλω μόνο να είμαστε οικογένεια.»
Η μαμά άρχισε να κλαίει σιωπηλά. Ο πατέρας μου έπιασε το χέρι μου.
Γύρισα σπίτι και βρήκα τον Νίκο να διαβάζει στα παιδιά ένα παραμύθι – κάτι που είχε μήνες να κάνει.
Κάθισα δίπλα τους και ένιωσα ένα μικρό βάρος να φεύγει από πάνω μου.
Αλλά ακόμα αναρωτιέμαι: Πόσο κοστίζει τελικά η αγάπη; Μπορεί μια οικογένεια να επιβιώσει όταν τα λεφτά τελειώνουν; Ή μήπως τότε αρχίζει πραγματικά η δοκιμασία της;