Διάλεξε τη δουλειά του αντί για μένα – Η νύχτα που άλλαξε τα πάντα στο διαμέρισμά μας στην Αθήνα

«Πάλι αργείς, Αντώνη;» Η φωνή μου έσπασε τη σιωπή του διαμερίσματος, γεμάτη ένταση και απογοήτευση. Ήταν ήδη δέκα το βράδυ και το φαγητό είχε κρυώσει πάνω στο τραπέζι. Άκουσα το κλειδί να γυρίζει στην πόρτα και τον Αντώνη να μπαίνει, φορώντας ακόμα το σακάκι του, με το κινητό κολλημένο στο αυτί. «Ναι, κύριε Παπαδόπουλε, αύριο θα σας στείλω το συμβόλαιο…» μουρμούρισε, χωρίς καν να με κοιτάξει.

Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται. Πόσες φορές ακόμα θα έπρεπε να περιμένω; Πόσες φορές θα έπρεπε να νιώθω δεύτερη στη ζωή του; «Μπορείς να κλείσεις το τηλέφωνο για πέντε λεπτά;» είπα, προσπαθώντας να συγκρατήσω τα δάκρυά μου. Εκείνος με κοίταξε για μια στιγμή, σαν να με έβλεπε πρώτη φορά. «Ελένη, είναι σημαντικό. Έχω δουλειά. Δεν το καταλαβαίνεις;»

«Όχι, δεν το καταλαβαίνω! Εγώ δεν είμαι σημαντική; Το φαγητό που μαγείρεψα, η μέρα που περίμενα να σε δω;» Η φωνή μου ανέβηκε, και τα λόγια μου έτρεμαν. Εκείνος αναστέναξε, άφησε το κινητό στο τραπέζι και κάθισε απέναντί μου. «Δεν μπορείς να καταλάβεις την πίεση που έχω στη δουλειά. Αν δεν δουλέψω, δεν θα έχουμε να πληρώσουμε το νοίκι, τους λογαριασμούς…»

«Και τι να το κάνω το νοίκι αν δεν έχουμε τίποτα άλλο; Αν δεν έχουμε εμάς;» ψιθύρισα, νιώθοντας τα μάτια μου να καίνε. Εκείνος έμεινε σιωπηλός, κοιτώντας το πάτωμα. Για μια στιγμή, το μόνο που ακουγόταν ήταν το βουητό της πόλης απ’ έξω και το τικ-τακ του ρολογιού.

Θυμήθηκα τότε τη μάνα μου, που πάντα μου έλεγε: «Ελένη, να διαλέγεις ανθρώπους που σε βάζουν πρώτη». Πόσο ειρωνικό. Εκείνη έμεινε χρόνια με τον πατέρα μου, που πάντα προτιμούσε το καφενείο από το σπίτι. Κι εγώ, ίδια κι απαράλλαχτη, έκανα το ίδιο λάθος.

«Ξέρεις τι;» είπα τελικά, σηκώνοντας το βλέμμα μου. «Δεν αντέχω άλλο να νιώθω μόνη, ενώ είσαι εδώ. Προτιμώ να είμαι μόνη στ’ αλήθεια». Ο Αντώνης με κοίταξε ξαφνιασμένος. «Τι εννοείς;»

«Εννοώ ότι αν δεν αλλάξει κάτι, δεν ξέρω αν έχει νόημα να συνεχίσουμε. Δεν μπορώ να ζω με τα ψίχουλα του χρόνου σου, Αντώνη. Δεν είμαι δεύτερη επιλογή.»

Εκείνος σηκώθηκε απότομα. «Δηλαδή τι θες να κάνω; Να παρατήσω τη δουλειά μου; Να μείνουμε στον δρόμο;»

«Θέλω να με βλέπεις. Να με ακούς. Να με βάζεις έστω και μια φορά πάνω από όλα τα άλλα. Δεν ζητάω να παρατήσεις τη δουλειά σου, ζητάω να μην παρατήσεις εμένα.»

Η φωνή μου έσπασε. Ένιωσα τα γόνατά μου να λυγίζουν. Πήγα στο υπνοδωμάτιο και έκλεισα την πόρτα πίσω μου. Άκουσα τον Αντώνη να βηματίζει νευρικά στο σαλόνι, να ψάχνει τα τσιγάρα του, να βγαίνει στο μπαλκόνι. Από το παράθυρο, έβλεπα τα φώτα της Αθήνας να τρεμοπαίζουν. Πόσοι άνθρωποι άραγε ένιωθαν απόψε τόσο μόνοι όσο εγώ;

Το κινητό μου χτύπησε. Ήταν η αδερφή μου, η Μαρία. «Τι έγινε, μικρή;» ρώτησε με τη ζεστή της φωνή. Δεν άντεξα, ξέσπασα σε κλάματα. «Δεν αντέχω άλλο, Μαρία. Νιώθω αόρατη. Σαν να μην υπάρχω.»

«Έλα αύριο από το σπίτι. Θα φτιάξω γιουβαρλάκια, όπως τότε που ήμασταν μικρές. Θα τα πούμε, θα γελάσουμε, θα ξεχαστείς λίγο.»

Έκλεισα το τηλέφωνο με ένα αδύναμο χαμόγελο. Ήξερα πως η Μαρία θα ήταν πάντα εκεί. Όπως τότε που ήμασταν παιδιά και κρυβόμασταν κάτω από το τραπέζι για να μην ακούσουμε τους καβγάδες των γονιών μας. Τότε που ο πατέρας φώναζε στη μάνα πως «δεν καταλαβαίνει τη δουλειά του» κι εκείνη έκλαιγε σιωπηλά στην κουζίνα.

Το επόμενο πρωί, ο Αντώνης είχε φύγει πριν ξυπνήσω. Στο τραπέζι είχε αφήσει ένα σημείωμα: «Συγγνώμη για χθες. Θα προσπαθήσω να είμαι καλύτερος. Σ’ αγαπάω.» Το διάβασα ξανά και ξανά, αλλά δεν ένιωσα τίποτα. Ήταν απλώς λέξεις. Πόσες φορές τις είχα ακούσει; Πόσες φορές τις είχα πιστέψει;

Πήγα στη Μαρία. Το σπίτι της μύριζε ζεστασιά και φαγητό. Καθίσαμε στο τραπέζι, και της τα είπα όλα. Εκείνη με άκουσε χωρίς να με διακόψει. «Ελένη, πρέπει να αποφασίσεις τι αξίζεις. Αν αξίζεις να είσαι πάντα δεύτερη, ή αν θες να είσαι η πρωταγωνίστρια στη ζωή σου.»

«Κι αν φύγω και το μετανιώσω;» ρώτησα, με φωνή που έτρεμε.

«Κι αν μείνεις και χαθείς τελείως;» μου απάντησε εκείνη. Τα λόγια της με χτύπησαν σαν ρεύμα.

Γύρισα σπίτι αργά το απόγευμα. Ο Αντώνης ήταν εκεί, καθισμένος στον καναπέ, με το βλέμμα χαμένο. «Συγγνώμη, Ελένη. Δεν θέλω να σε χάσω. Αλλά δεν ξέρω πώς να τα κάνω όλα σωστά. Η δουλειά, το άγχος, εσύ…»

«Δεν θέλω να διαλέξεις ανάμεσα σε μένα και τη δουλειά σου. Θέλω να διαλέξεις να ζήσεις. Να είσαι παρών. Να μην αφήνεις τη ζωή να περνάει από μπροστά σου χωρίς να την αγγίζεις.»

Κάθισα δίπλα του. Για πρώτη φορά μετά από καιρό, με κοίταξε στα μάτια. «Θα προσπαθήσω, στο υπόσχομαι.»

Τις επόμενες μέρες, ο Αντώνης όντως προσπάθησε. Ερχόταν νωρίτερα, αφήνε το κινητό στην άκρη, μου μιλούσε. Αλλά πάντα υπήρχε εκείνη η σκιά. Το άγχος, η πίεση, η αίσθηση πως κάτι λείπει. Κι εγώ, κάθε βράδυ, αναρωτιόμουν αν αυτό αρκεί. Αν η προσπάθεια είναι αρκετή, ή αν απλώς αναβάλλουμε το αναπόφευκτο.

Μια μέρα, καθώς περπατούσα στην Πανεπιστημίου, είδα ένα ζευγάρι να γελάει, να κρατιέται χέρι-χέρι. Τους ζήλεψα. Θυμήθηκα πώς ήμασταν κι εμείς στην αρχή. Πριν μας καταπιεί η ρουτίνα, πριν γίνουμε δύο ξένοι στο ίδιο σπίτι.

Το βράδυ, του το είπα. «Θυμάσαι πώς ήμασταν; Θυμάσαι πότε γελάσαμε τελευταία φορά μαζί;»

Με κοίταξε λυπημένος. «Δεν ξέρω αν μπορώ να γυρίσω πίσω, Ελένη. Δεν ξέρω αν μπορώ να είμαι αυτός που ήμουν.»

«Ούτε εγώ ξέρω αν μπορώ να συνεχίσω έτσι.»

Κοιμηθήκαμε πλάτη-πλάτη. Το πρωί, ξύπνησα και ήξερα τι έπρεπε να κάνω. Μάζεψα λίγα ρούχα, πήρα το βιβλίο μου, και έφυγα. Δεν ήξερα αν θα γυρίσω. Δεν ήξερα αν θα αντέξω τη μοναξιά. Αλλά ήξερα πως δεν μπορούσα να συνεχίσω να χάνω τον εαυτό μου για κάποιον που δεν με έβλεπε.

Τώρα, γράφω αυτή την ιστορία από το πατρικό μου, με τη Μαρία να μου φέρνει καφέ και τη μάνα μου να μου λέει πως όλα θα περάσουν. Δεν ξέρω αν θα ξαναβρώ τον Αντώνη, αν θα ξαναγαπήσω έτσι. Αλλά ξέρω πως αξίζω να είμαι η πρωταγωνίστρια στη ζωή μου.

Άραγε, πόσες από εσάς έχετε νιώσει έτσι; Πόσες φορές διαλέξατε τον εαυτό σας, και πόσες φορές φοβηθήκατε να το κάνετε;