Μάνα, άξιζε τελικά να χάσω την παιδική μου ηλικία για μια σιγουριά που ποτέ δεν ένιωσα;
«Όχι, μαμά, δεν θέλω να φορέσω πάλι το φόρεμα της Μαρίας! Είναι μικρό, έχει λεκέδες και μυρίζει παλιό! Γιατί δεν μπορώ να έχω κι εγώ κάτι δικό μου;»
Η φωνή μου έσπασε, αλλά η μάνα μου ούτε που γύρισε να με κοιτάξει. Ήταν σκυμμένη πάνω από το τραπέζι της κουζίνας, μετρούσε τα κέρματα ένα-ένα, σαν να κρατούσε στα χέρια της το μέλλον μας. «Δεν έχουμε λεφτά για καινούργια ρούχα, Ελένη. Πρέπει να μάθεις να εκτιμάς αυτά που έχεις. Όταν μεγαλώσεις, θα καταλάβεις.»
Πόσες φορές το είχα ακούσει αυτό; Κάθε φορά που ζητούσα κάτι, κάθε φορά που έβλεπα τις φίλες μου να έχουν καινούργια παπούτσια, τσάντες, ακόμα και παιχνίδια, εγώ έπρεπε να λέω «ευχαριστώ» για τα περισσεύματα των άλλων. Η μάνα μου δεν ήταν φτωχή, όχι με την έννοια που βλέπεις στις ειδήσεις. Δούλευε σκληρά, είχε πάντα ένα μικρό κομπόδεμα στην άκρη, αλλά η εμμονή της με την αποταμίευση ήταν σαν σκιά πάνω από το σπίτι μας.
Θυμάμαι ένα βράδυ, ήμουν δέκα χρονών. Είχαμε μαζευτεί όλοι στο σαλόνι, ο πατέρας μου, η μάνα μου, εγώ και ο μικρός μου αδερφός, ο Νίκος. Η τηλεόραση έπαιζε χαμηλά, αλλά κανείς δεν έδινε σημασία. Ο πατέρας μου κοίταξε τη μάνα μου με εκείνο το βλέμμα που έβγαζε καπνούς. «Μαρία, το παιδί θέλει να πάει εκδρομή με το σχολείο. Δεν είναι σωστό να το κρατάς πίσω για πέντε ευρώ.»
Η μάνα μου σταύρωσε τα χέρια της. «Δεν είναι τα πέντε ευρώ, Κώστα. Είναι τα πέντε σήμερα, τα δέκα αύριο, και μετά; Ποιος θα πληρώσει το ρεύμα; Ποιος θα πληρώσει το φροντιστήριο;»
Ένιωσα το βλέμμα του πατέρα μου πάνω μου, γεμάτο ενοχές και ανημποριά. Δεν είπε τίποτα άλλο. Εκείνο το βράδυ, έκλαψα σιωπηλά στο μαξιλάρι μου. Δεν ήταν τα πέντε ευρώ που με πονούσαν, ήταν η αίσθηση ότι δεν άξιζα ούτε αυτά.
Τα χρόνια περνούσαν και τίποτα δεν άλλαζε. Στο σχολείο, οι συμμαθητές μου γελούσαν με τα παλιά μου ρούχα. «Ελένη, πάλι με το ίδιο πουλόβερ;» ρωτούσε η Άννα, η πιο δημοφιλής του τμήματος. Έκανα πως δεν άκουγα, αλλά μέσα μου ήθελα να εξαφανιστώ. Κάθε φορά που έβγαινα έξω, ένιωθα το βάρος της φτώχειας να με πλακώνει, ακόμα κι αν ήξερα πως η μάνα μου είχε λεφτά στην άκρη. Δεν ήταν η έλλειψη, ήταν η άρνηση.
Κάθε Κυριακή, πηγαίναμε στη γιαγιά. Εκεί, η μάνα μου καθόταν με τις θείες μου και συζητούσαν για τις τιμές στα σούπερ μάρκετ, για το πώς να κάνουν οικονομία. «Εγώ, Μαρία, πήρα το ρύζι σε προσφορά, δύο ευρώ το κιλό!» έλεγε η θεία Κατερίνα. Η μάνα μου χαμογελούσε περήφανα. «Εγώ πήρα πέντε κιλά με ενάμισι το κιλό. Πρέπει να σκέφτεσαι το μέλλον.»
Κανείς δεν μιλούσε για χαρές, για ταξίδια, για όνειρα. Μόνο για λογαριασμούς, αποταμίευση και φόβο. Ο φόβος της φτώχειας ήταν πάντα εκεί, ακόμα κι όταν δεν υπήρχε λόγος.
Όταν ήμουν δεκαπέντε, ήρθε η μεγάλη σύγκρουση. Ήθελα να πάω σε μια σχολική εκδρομή στην Αθήνα. Όλα τα παιδιά θα πήγαιναν, ήταν η τελευταία μας χρονιά μαζί. «Μαμά, σε παρακαλώ, είναι σημαντικό για μένα. Όλοι θα πάνε. Μόνο εγώ θα μείνω πίσω;»
Η μάνα μου με κοίταξε ψυχρά. «Δεν έχουμε λεφτά για τέτοια. Θα πας όταν δουλέψεις και τα βγάλεις μόνη σου.»
Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου. «Δεν είναι δίκαιο! Δεν ζητάω κάθε μέρα! Θέλω να νιώσω κι εγώ ότι ανήκω κάπου!»
Ο πατέρας μου προσπάθησε να με υπερασπιστεί, αλλά η μάνα μου ήταν ανένδοτη. Εκείνο το βράδυ, έσπασα. Της φώναξα πως με έκανε να νιώθω αόρατη, πως δεν με αγαπούσε αρκετά για να μου δώσει λίγη χαρά. Εκείνη με κοίταξε με μάτια γεμάτα δάκρυα, αλλά δεν είπε τίποτα. Ήξερα πως μέσα της πονούσε, αλλά δεν μπορούσε να ξεφύγει από τον φόβο της.
Τα χρόνια πέρασαν. Πέρασα στο πανεπιστήμιο, δούλεψα σκληρά για να έχω τα δικά μου λεφτά. Δεν ζήτησα ποτέ ξανά τίποτα από τη μάνα μου. Όταν πήρα το πρώτο μου μισθό, αγόρασα ένα καινούργιο φόρεμα. Το φόρεσα και στάθηκα μπροστά στον καθρέφτη. Έκλαψα. Όχι από χαρά, αλλά από πένθος για όλα όσα έχασα.
Η μάνα μου γέρασε. Τώρα, κάθεται στην πολυθρόνα της και με κοιτάζει με περηφάνια. «Τα κατάφερες, Ελένη. Είσαι δυνατή, ανεξάρτητη. Δεν σου λείπει τίποτα.»
Αλλά εγώ ξέρω πως μου λείπουν πολλά. Μου λείπει το γέλιο, η ανεμελιά, η αίσθηση πως αξίζω κάτι παραπάνω από την επιβίωση. Μου λείπει η αγκαλιά της μάνας μου, χωρίς τον φόβο του αύριο.
Μια μέρα, τη ρώτησα: «Μαμά, αν γύριζες τον χρόνο πίσω, θα έκανες τα ίδια;»
Με κοίταξε σιωπηλή. «Δεν ξέρω, παιδί μου. Ίσως να φοβόμουν λιγότερο. Αλλά τότε, αυτό ήξερα.»
Συχνά αναρωτιέμαι: Άξιζε να χάσω την παιδική μου ηλικία για μια σιγουριά που ποτέ δεν ένιωσα; Θα καταφέρω ποτέ να της συγχωρήσω το χαμένο μου χαμόγελο; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;