Η ερωμένη με κλώτσησε ενώ ήμουν έγκυος – Ο άντρας μου δεν ήξερε πως ο δικαστής ήταν ο πατέρας του
«Δεν ντρέπεσαι; Πώς τολμάς να σταθείς εδώ και να προσποιείσαι την αθώα;» Η φωνή της Ελένης αντήχησε στην αίθουσα του δικαστηρίου, διαπερνώντας το στήθος μου σαν μαχαίρι. Ένιωσα το βλέμμα όλων να καρφώνεται πάνω μου, τα μάτια τους γεμάτα περιέργεια, λύπηση ή και χαιρεκακία. Ήμουν επτά μηνών έγκυος, με την κοιλιά μου να προεξέχει κάτω από το φαρδύ φόρεμά μου, και τα χέρια μου να τρέμουν καθώς προσπαθούσα να κρατήσω την ψυχραιμία μου.
Ο Μάνος, ο άντρας μου, στεκόταν λίγα μέτρα πιο πέρα, με το πρόσωπό του σκληρό και ανέκφραστο. Δεν ήξερα αν με μισούσε ή αν απλώς είχε παγώσει από το σοκ. Η Ελένη, η ερωμένη του, είχε έρθει στο δικαστήριο με το κεφάλι ψηλά, έτοιμη να με διαλύσει μπροστά σε όλους. Δεν περίμενα ποτέ ότι θα τολμούσε να κάνει κάτι τόσο ακραίο.
«Ελένη, σε παρακαλώ, σταμάτα…» ψιθύρισα, αλλά η φωνή μου χάθηκε μέσα στη βοή της αίθουσας. Ξαφνικά, ένιωσα ένα οξύ πόνο στην κοιλιά μου. Η Ελένη με είχε κλωτσήσει, δυνατά, μπροστά σε όλους. Έπεσα στα γόνατα, κρατώντας την κοιλιά μου, και άκουσα φωνές, κάποιον να φωνάζει «Γιατροόοο!», και τον Μάνο να τρέχει προς το μέρος μου.
«Τι έκανες; Είσαι τρελή;» φώναξε ο Μάνος στην Ελένη, αλλά εκείνη απλώς γέλασε, ένα γέλιο πικρό και γεμάτο μίσος. «Αυτό σου αξίζει! Εσύ φταις για όλα!» είπε, και γύρισε την πλάτη της.
Ο δικαστής, ένας ηλικιωμένος άντρας με αυστηρό βλέμμα, σηκώθηκε από την έδρα του. Κανείς δεν ήξερε πως ήταν ο πατέρας του Μάνου – ούτε εγώ το ήξερα, μέχρι εκείνη τη στιγμή που τα μάτια τους συναντήθηκαν και είδα τον τρόμο στο πρόσωπο του άντρα μου. Ο δικαστής έμεινε για μια στιγμή άφωνος, μετά φώναξε στους αστυνομικούς να απομακρύνουν την Ελένη και να φέρουν γιατρό.
Με μετέφεραν στο νοσοκομείο. Οι γιατροί έλεγαν πως το μωρό ήταν καλά, αλλά εγώ δεν μπορούσα να σταματήσω να τρέμω. Ο Μάνος ήρθε να με δει, αλλά δεν μπόρεσα να τον κοιτάξω στα μάτια. «Γιατί, Μάνο; Γιατί το έκανες αυτό σε μένα;» ψιθύρισα. Εκείνος έμεινε σιωπηλός, τα μάτια του γεμάτα ενοχή και φόβο.
«Δεν ήθελα να γίνει έτσι… Δεν ήξερα ότι θα φτάναμε ως εδώ. Η Ελένη… με εκβίαζε, με απειλούσε πως θα τα πει όλα στη δουλειά, στους γονείς μου. Δεν ήξερα τι να κάνω…»
«Και το παιδί μας; Δεν σκέφτηκες ούτε στιγμή το παιδί μας;» Η φωνή μου έσπασε. Ήθελα να τον αγκαλιάσω, να του φωνάξω, να τον χτυπήσω, να τον ρωτήσω αν με αγάπησε ποτέ πραγματικά.
Τις επόμενες μέρες, το σπίτι μας γέμισε με ψιθύρους και βλέμματα. Η μητέρα μου ήρθε από το χωριό, με τα χέρια της γεμάτα σπιτικά φαγητά και τα μάτια της γεμάτα δάκρυα. «Παιδί μου, τι σου έκανε αυτός ο άνθρωπος;» μου είπε, και με αγκάλιασε σφιχτά. Ο πατέρας μου δεν μιλούσε. Καθόταν στην άκρη του σαλονιού, με το βλέμμα χαμένο, σαν να μην ήξερε πώς να με βοηθήσει.
Ο Μάνος έμενε στο πατρικό του, με τον πατέρα του – τον δικαστή – να του φωνάζει κάθε βράδυ. «Ντροπή σου! Μας ρεζίλεψες! Πώς θα σε κοιτάξω στα μάτια από δω και πέρα;» Ο Μάνος μου τηλεφωνούσε κάθε μέρα, αλλά δεν απαντούσα. Δεν ήθελα να ακούσω άλλες δικαιολογίες.
Η Ελένη συνελήφθη για επίθεση, αλλά λίγες μέρες μετά αφέθηκε ελεύθερη με περιοριστικούς όρους. Οι εφημερίδες γέμισαν με άρθρα για το σκάνδαλο, με φωτογραφίες μου να βγαίνω από το νοσοκομείο, με τίτλους όπως «Η έγκυος σύζυγος του επιχειρηματία θύμα επίθεσης από την ερωμένη». Οι γείτονες ψιθύριζαν πίσω από τις κουρτίνες, οι φίλοι μου με απέφευγαν, λες και η ντροπή ήταν μεταδοτική.
Κάθε βράδυ, ξάπλωνα στο κρεβάτι και χάιδευα την κοιλιά μου. «Μη φοβάσαι, μικρό μου. Εγώ θα σε προστατεύσω. Ό,τι κι αν γίνει, εγώ θα είμαι εδώ για σένα», ψιθύριζα στο μωρό μου. Αλλά μέσα μου ήξερα πως τίποτα δεν θα ήταν ποτέ ξανά το ίδιο.
Μια μέρα, ο Μάνος ήρθε στο σπίτι. Η μητέρα μου του άνοιξε την πόρτα, διστακτικά. «Θέλω να μιλήσω στη Μαρία», είπε. Τον άφησε να περάσει, αλλά έμεινε στην κουζίνα, έτοιμη να επέμβει αν χρειαζόταν.
«Μαρία, σε παρακαλώ, άκουσέ με. Ξέρω ότι φταίω. Ξέρω ότι σε πρόδωσα. Αλλά σε αγαπάω. Θέλω να είμαι δίπλα σου, δίπλα στο παιδί μας. Δεν έχω κανέναν άλλον στον κόσμο», είπε, και τα μάτια του γέμισαν δάκρυα.
Τον κοίταξα. Ήταν ο άντρας που κάποτε αγάπησα, αλλά τώρα έβλεπα μπροστά μου έναν ξένο. «Δεν ξέρω αν μπορώ να σε συγχωρήσω, Μάνο. Δεν ξέρω αν μπορώ να ξεχάσω αυτό που έγινε. Εσύ ήσουν ο κόσμος μου, και τώρα νιώθω πως δεν έχω τίποτα», του είπα.
«Δώσε μου μια ευκαιρία. Για το παιδί μας. Για εμάς», παρακάλεσε.
Τον άφησα να μείνει εκείνο το βράδυ, αλλά δεν κοιμηθήκαμε μαζί. Ξάπλωσε στον καναπέ, κι εγώ στο κρεβάτι, με το μωρό να κλωτσάει μέσα μου. Άκουγα την ανάσα του από το σαλόνι, βαριά, γεμάτη ενοχές.
Τις επόμενες εβδομάδες, προσπαθήσαμε να βρούμε μια ισορροπία. Ο Μάνος πήγαινε στη δουλειά, εγώ στο γιατρό, η μητέρα μου μαγείρευε και φρόντιζε το σπίτι. Ο πατέρας μου δεν μιλούσε ποτέ για το συμβάν. Μια μέρα, όμως, με πλησίασε.
«Μαρία, η ζωή είναι δύσκολη. Οι άνθρωποι κάνουν λάθη. Το θέμα είναι αν μπορείς να συγχωρήσεις, όχι για εκείνον, αλλά για σένα. Μην αφήσεις το μίσος να σε καταπιεί», μου είπε, και με φίλησε στο μέτωπο.
Γέννησα ένα υγιέστατο κοριτσάκι, την Ειρήνη. Όταν την κράτησα στην αγκαλιά μου, ένιωσα πως όλα τα βάσανα είχαν κάποιο νόημα. Ο Μάνος ήταν εκεί, με δάκρυα στα μάτια. «Συγγνώμη, Μαρία. Θα κάνω τα πάντα για να σε κάνω ευτυχισμένη ξανά», μου είπε.
Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρει. Δεν ξέρω αν μπορώ να τον εμπιστευτώ ξανά. Αλλά κάθε φορά που κοιτάζω την Ειρήνη, αναρωτιέμαι: αξίζει να παλέψω για την οικογένειά μας ή πρέπει να προχωρήσω μόνη μου; Τι θα κάνατε εσείς στη θέση μου;