Πουλημένη στη λαϊκή της ζωής – Η ιστορία της Ζωής από το Κεκορέτσι
«Μάνα, γιατί με φέρνεις εδώ;» ψιθύρισα, τα μάτια μου γεμάτα δάκρυα, καθώς η μητέρα μου με τραβούσε από το χέρι μέσα στο πλήθος της λαϊκής του Κεκορετσίου. Η φωνή της ήταν σκληρή, σχεδόν άγνωστη: «Σώπα, Ζωή. Δεν έχουμε άλλη επιλογή. Ο πατέρας σου τα έχασε όλα στο χαρτί. Μόνο έτσι θα σωθούμε.»
Ακόμα πονούσα από τη γέννα. Το αίμα μου έσταζε στα πόδια μου, κάθε βήμα ήταν μαρτύριο. Ο γιος μου, ο μικρός Νικόλας, είχε μείνει πίσω, στα χέρια της θείας μου. Δεν ήξερα αν θα τον ξανάβλεπα ποτέ. Η λαϊκή ήταν γεμάτη φωνές, μυρωδιές από φρούτα και ψάρια, και ανθρώπους που έψαχναν ευκαιρίες – ή θύματα. Εκεί, ανάμεσα σε πάγκους με ντομάτες και φτηνά ρούχα, στεκόμουν εγώ, μια κοπέλα δεκαοχτώ χρονών, με το σώμα μου ακόμα αδύναμο, και την ψυχή μου σπασμένη.
«Την πουλάς;» ρώτησε ένας χοντρός άντρας με μουστάκι, ο κύριος Σπύρος, γνωστός τοκογλύφος του χωριού. Η μάνα μου έγνεψε καταφατικά, χωρίς να με κοιτάξει. «Δώσε μου τα λεφτά και πάρε την. Δεν αντέχω άλλο.»
Τα χέρια μου έτρεμαν. Ήθελα να ουρλιάξω, να τρέξω, να εξαφανιστώ. Αλλά το σώμα μου δεν υπάκουε. Ο Σπύρος με άρπαξε από τον ώμο. «Θα δουλεύεις στο σπίτι μου. Θα φροντίζεις τη μάνα μου, θα καθαρίζεις, θα μαγειρεύεις. Αν τα κάνεις όλα σωστά, ίσως σε αφήσω να δεις το παιδί σου.»
Η μάνα μου έφυγε χωρίς να γυρίσει πίσω. Ένιωσα σαν να πέθανα εκείνη τη στιγμή. Ο Σπύρος με έσυρε στο φορτηγάκι του. Η διαδρομή μέχρι το σπίτι του ήταν βουβή. Κοίταζα έξω από το παράθυρο, τα χωράφια, τα βουνά, τα σύννεφα που μαζεύονταν απειλητικά. Σκεφτόμουν τον Νικόλα, το μικρό του χέρι που έσφιγγε το δάχτυλό μου όταν γεννήθηκε. Πώς θα ζούσα χωρίς αυτόν;
Το σπίτι του Σπύρου ήταν παλιό, πέτρινο, με αυλή γεμάτη αγριόχορτα. Με οδήγησε μέσα, με έσπρωξε σχεδόν. «Αυτή είναι η μάνα μου, η κυρά-Ελένη. Θα την φροντίζεις. Αν την πειράξεις, θα το μετανιώσεις.» Η κυρά-Ελένη ήταν μια μικροκαμωμένη γυναίκα, με μάτια που είχαν δει πολλά. Με κοίταξε σιωπηλά, χωρίς να πει λέξη.
Τις πρώτες μέρες, ήμουν σαν φάντασμα. Έκανα ό,τι μου έλεγαν, χωρίς να μιλάω. Τα βράδια, έκλαιγα σιωπηλά στο μικρό δωμάτιο που μου έδωσαν. Η κυρά-Ελένη με παρατηρούσε. Μια μέρα, καθώς της έβαζα τσάι, μου είπε: «Πόσο χρονών είσαι, κορίτσι μου;»
«Δεκαοχτώ», απάντησα διστακτικά.
«Και σε πούλησαν έτσι;» Η φωνή της έσπασε. «Κι εμένα με έδωσαν για προίκα, μικρή ήμουν. Δεν ξέρεις τι είναι να σε ξεριζώνουν από το σπίτι σου.»
Ένιωσα ένα κύμα κατανόησης. Για πρώτη φορά, κάποιος με είδε – όχι σαν υπηρέτρια, αλλά σαν άνθρωπο. Η κυρά-Ελένη άρχισε να μου μιλάει για τα νιάτα της, για τον πόλεμο, για τις δυσκολίες. Μου έμαθε να φτιάχνω πίτες, να πλέκω, να αγαπάω τον εαυτό μου λίγο-λίγο.
Ο Σπύρος ήταν σκληρός, αλλά όχι βίαιος. Περισσότερο αδιάφορος. Έλειπε συχνά, γυρνούσε αργά, μεθυσμένος. Μια νύχτα, τον άκουσα να φωνάζει στο τηλέφωνο: «Δεν θα μου πάρεις το σπίτι, ρε! Θα βρω τα λεφτά!» Την επόμενη μέρα, ήρθε θυμωμένος. «Ζωή, θα πας στη λαϊκή να πουλήσεις αυγά. Μην γυρίσεις αν δεν τα ξεπουλήσεις.»
Στη λαϊκή, ένιωθα τα βλέμματα πάνω μου. Κάποιοι με ήξεραν, ψιθύριζαν. «Η κόρη της Μαρίας, αυτή που την πούλησαν…» Ένιωθα ντροπή, αλλά και μια παράξενη δύναμη. Πούλησα όλα τα αυγά. Ένας γέρος με πλησίασε: «Κορίτσι μου, να μην αφήσεις κανέναν να σε πατήσει. Είσαι δυνατή, το βλέπω.»
Γύρισα σπίτι με το κεφάλι ψηλά. Η κυρά-Ελένη με αγκάλιασε. «Είσαι σαν κόρη μου πια», μου είπε. Από εκείνη τη μέρα, άρχισα να νιώθω ότι ίσως υπάρχει ελπίδα.
Μια μέρα, χτύπησε η πόρτα. Ήταν η θεία μου, με τον μικρό Νικόλα στην αγκαλιά. «Η μάνα σου έφυγε για την Αθήνα. Δεν μπορούσε να σε κοιτάξει στα μάτια. Πάρε το παιδί σου, Ζωή. Εσύ είσαι η μάνα του.» Έπεσα στα γόνατα, έκλαιγα και γελούσα μαζί. Η κυρά-Ελένη πήρε τον Νικόλα στην αγκαλιά της. «Θα τον μεγαλώσουμε μαζί.»
Ο Σπύρος δεν είπε τίποτα. Μόνο με κοίταξε, σαν να με έβλεπε πρώτη φορά. Από εκείνη τη μέρα, άλλαξε. Έφερνε φρούτα για τον μικρό, μου άφηνε λίγα χρήματα για τα ψώνια. Μια νύχτα, ήρθε και κάθισε δίπλα μου. «Συγγνώμη, Ζωή. Δεν ήξερα τι άλλο να κάνω. Όλοι μας είμαστε φυλακισμένοι σ’ αυτό το χωριό.»
Τον κοίταξα στα μάτια. «Όλοι έχουμε πληγές, κύριε Σπύρο. Το θέμα είναι αν θα αφήσουμε να μας ορίσουν.»
Τα χρόνια πέρασαν. Ο Νικόλας μεγάλωσε, πήγε σχολείο. Η κυρά-Ελένη έφυγε ήσυχα ένα πρωί, κρατώντας το χέρι μου. Ο Σπύρος γέρασε, μαλάκωσε. Εγώ έμαθα να στέκομαι στα πόδια μου. Άνοιξα ένα μικρό μαγαζί με πίτες, έφτιαχνα γλυκά για το χωριό. Ο κόσμος άρχισε να με σέβεται. Δεν ήμουν πια η «πουλημένη». Ήμουν η Ζωή, η μάνα του Νικόλα, η γυναίκα που δεν λύγισε.
Συχνά αναρωτιέμαι: Πόσες γυναίκες σαν εμένα υπάρχουν ακόμα, που παλεύουν σιωπηλά; Πόση δύναμη κρύβουμε μέσα μας, χωρίς να το ξέρουμε; Θα ήθελα να ακούσω τις δικές σας ιστορίες. Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;