«Η πεθερά μου παριστάνει την άρρωστη – αλλά πόσο ακόμα θα αντέξω;» – Το δράμα μιας Ελληνίδας νύφης πίσω από κλειστές πόρτες
«Μαρία, φέρε μου λίγο νερό, δεν νιώθω καλά…» Η φωνή της πεθεράς μου ακούστηκε για τρίτη φορά μέσα σε μισή ώρα. Ήταν απόγευμα, μόλις είχα γυρίσει από τη δουλειά, και το μόνο που ήθελα ήταν να κάτσω πέντε λεπτά ήσυχη. Αντί γι’ αυτό, έτρεχα πάνω-κάτω στο διαμέρισμα, προσπαθώντας να ικανοποιήσω κάθε της απαίτηση. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, όχι από ανησυχία για την υγεία της, αλλά από θυμό και αδικία. Γιατί ήξερα. Ήξερα πως η κυρία Ελένη, η πεθερά μου, δεν ήταν πραγματικά άρρωστη. Ήξερα πως όλο αυτό ήταν ένα θέατρο, μια παράσταση που έπαιζε μόνο για εμένα και τον άντρα μου, τον Γιώργο.
«Μαμά, τι έγινε πάλι;» ακούστηκε η φωνή του Γιώργου από το σαλόνι. Εκείνη αναστέναξε βαθιά, έβαλε το χέρι στο μέτωπο και είπε με τρεμάμενη φωνή: «Δεν αντέχω άλλο, παιδί μου. Όλο ζαλίζομαι, όλο πονάω. Η Μαρία δεν με προσέχει καθόλου…»
Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου. Πόσες φορές ακόμα θα έπρεπε να ακούσω το ίδιο παράπονο; Πόσες φορές θα έπρεπε να απολογηθώ για κάτι που δεν έφταιγα; Ο Γιώργος με κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που με έκανε να νιώθω μικρή, ανίκανη, σαν να ήμουν εγώ το πρόβλημα. «Μαρία, μήπως να πάρουμε τη μαμά σε έναν γιατρό;»
«Πήγαμε πριν δύο εβδομάδες, Γιώργο. Ο γιατρός είπε πως είναι μια χαρά.»
Η πεθερά μου αναστέναξε ακόμα πιο βαθιά. «Οι γιατροί δεν ξέρουν τίποτα, παιδί μου. Εγώ ξέρω πώς νιώθω…»
Και κάπως έτσι, κάθε μέρα, το ίδιο έργο. Η κυρία Ελένη είχε έρθει να μείνει μαζί μας πριν έξι μήνες, όταν έμεινε χήρα. Στην αρχή, ήμουν γεμάτη συμπόνια. Της ετοίμαζα το δωμάτιο, της μαγείρευα τα αγαπημένα της φαγητά, της έκανα παρέα τα βράδια. Όμως, όσο περνούσε ο καιρός, άρχισα να παρατηρώ μικρές αλλαγές. Ξαφνικά, δεν μπορούσε να σηκωθεί να φτιάξει ούτε ένα τσάι. Ξαφνικά, κάθε φορά που ο Γιώργος ήταν σπίτι, εκείνη έβηχε, αναστέναζε, παραπονιόταν για πόνους. Όταν μέναμε οι δυο μας, ήταν μια χαρά. Μάλιστα, μια μέρα την είδα να σηκώνεται αθόρυβα και να πηγαίνει στην κουζίνα να πάρει γλυκό. Μόλις με είδε, έβαλε το χέρι στη μέση και άρχισε να κουτσαίνει.
«Τι κάνεις, κυρία Ελένη;» τη ρώτησα.
«Αχ, Μαρία μου, ήθελα λίγο νερό, αλλά δεν ήθελα να σε ενοχλήσω…»
Δεν είπα τίποτα. Τι να πω; Ποιος θα με πίστευε; Ο Γιώργος ήταν πάντα με το μέρος της. «Είναι μεγάλη γυναίκα, Μαρία, πρέπει να τη φροντίζουμε.»
Και εγώ; Ποιος θα φροντίσει εμένα; Ποιος θα ακούσει τα δικά μου παράπονα; Η δουλειά μου στο φαρμακείο ήταν απαιτητική, οι ώρες πολλές, και όταν γύριζα σπίτι, αντί να ξεκουραστώ, έπρεπε να γίνω νοσοκόμα, μαγείρισσα, ψυχολόγος. Η κόρη μας, η μικρή Ειρήνη, είχε αρχίσει να παραπονιέται κι εκείνη. «Μαμά, γιατί η γιαγιά φωνάζει συνέχεια; Γιατί δεν παίζεις πια μαζί μου;»
Ένα βράδυ, όταν όλοι κοιμόντουσαν, κάθισα στο μπαλκόνι και έκλαψα. Ένιωθα παγιδευμένη. Δεν ήθελα να γίνω η κακιά νύφη, δεν ήθελα να μαλώσω με τον Γιώργο, αλλά δεν άντεχα άλλο. Η πεθερά μου είχε καταφέρει να στρέψει όλη την προσοχή πάνω της. Ό,τι κι αν έκανα, δεν ήταν ποτέ αρκετό. Αν της έφτιαχνα κοτόσουπα, ήθελε μακαρόνια. Αν της έπλενα τα ρούχα, παραπονιόταν πως τα χάλασα. Αν της μιλούσα, έλεγε πως της φωνάζω. Αν δεν της μιλούσα, έλεγε πως την αγνοώ.
Μια μέρα, όταν γύρισα σπίτι, βρήκα τη μικρή Ειρήνη να κλαίει. «Η γιαγιά είπε πως δεν την αγαπάς, μαμά. Γιατί δεν την αγαπάς;» Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται. Πόσο ακόμα θα άφηνα αυτή τη γυναίκα να δηλητηριάζει τη σχέση μου με το παιδί μου;
Το ίδιο βράδυ, προσπάθησα να μιλήσω στον Γιώργο. «Γιώργο, δεν αντέχω άλλο. Η μαμά σου με κατηγορεί για τα πάντα, με κάνει να νιώθω άχρηστη, ακόμα και η Ειρήνη έχει επηρεαστεί.»
Με κοίταξε κουρασμένος. «Μαρία, υπερβάλλεις. Η μαμά είναι άρρωστη, χρειάζεται φροντίδα. Εσύ είσαι νέα, μπορείς να τα αντέξεις.»
Ένιωσα να πνίγομαι. Πόσο εύκολο ήταν για εκείνον να τα λέει αυτά, όταν όλη η ευθύνη έπεφτε πάνω μου. Εκείνος δούλευε πολλές ώρες, έλειπε από το σπίτι, δεν έβλεπε τι γινόταν πραγματικά. Μόνο όταν η κυρία Ελένη έπαιζε το ρόλο της μπροστά του, εκείνος έτρεχε να τη βοηθήσει. Όταν έμενα μόνη μαζί της, εκείνη μεταμορφωνόταν.
Μια μέρα, αποφάσισα να δοκιμάσω κάτι. Έβαλα το κινητό μου να γράφει, το άφησα στο τραπέζι και πήγα στην κουζίνα. Η πεθερά μου σηκώθηκε, πήγε στο μπάνιο, έβαλε κραγιόν, χτένισε τα μαλλιά της και άρχισε να μιλάει στο τηλέφωνο με μια φίλη της. «Αχ, Κατερίνα μου, μια χαρά είμαι, αλλά εδώ κάνω τη δύστυχη για να με προσέχουν. Η νύφη μου δεν με συμπαθεί, αλλά τι να κάνω; Αν δεν κάνω την άρρωστη, δεν θα με προσέξει κανείς!»
Όταν το άκουσα, ένιωσα τα γόνατά μου να λυγίζουν. Ήθελα να τρέξω να της φωνάξω, να της πω πως όλα τελείωσαν, πως δεν θα την ανεχτώ άλλο. Αλλά δεν το έκανα. Ήξερα πως αν το έλεγα στον Γιώργο, θα έβρισκε δικαιολογίες. «Η μαμά είναι μεγάλη, δεν ξέρει τι λέει…»
Το βράδυ, όταν όλοι κοιμόντουσαν, άκουσα την πόρτα του δωματίου της να ανοίγει. Πήγα να δω τι συμβαίνει. Την είδα να κάθεται στο κρεβάτι, να κοιτάζει μια παλιά φωτογραφία του άντρα της και να κλαίει. Για μια στιγμή, την λυπήθηκα. Ίσως όλο αυτό να ήταν ο τρόπος της να ζητήσει αγάπη, να μην νιώθει μόνη. Αλλά εγώ; Εγώ γιατί έπρεπε να πληρώνω το τίμημα;
Την επόμενη μέρα, πήρα τη μικρή Ειρήνη και πήγαμε μια βόλτα στη θάλασσα. Εκεί, της μίλησα με απλά λόγια. «Η γιαγιά είναι λυπημένη, γι’ αυτό φέρεται έτσι. Αλλά κι εμείς πρέπει να είμαστε χαρούμενες, να μην αφήνουμε τη λύπη της να μας στεναχωρεί.» Η μικρή με αγκάλιασε. «Σ’ αγαπάω, μαμά.»
Γύρισα σπίτι αποφασισμένη. Θα έβαζα όρια. Θα μιλούσα ξανά στον Γιώργο, θα του έδειχνα το ηχητικό. Αν δεν με πίστευε, θα έπαιρνα τη ζωή μου στα χέρια μου. Δεν ήθελα να γίνω θύμα μέσα στο ίδιο μου το σπίτι.
Το βράδυ, όταν ο Γιώργος γύρισε, του έβαλα να ακούσει το ηχητικό. Στην αρχή, με κοίταξε άφωνος. Μετά, έπιασε το κεφάλι του. «Δεν το πιστεύω…»
Η κυρία Ελένη μπήκε στο σαλόνι. «Τι έγινε;»
Ο Γιώργος την κοίταξε στα μάτια. «Μαμά, γιατί το κάνεις αυτό;»
Εκείνη έβαλε τα κλάματα. «Δεν ήθελα να σας χάσω… Φοβήθηκα πως αν δεν με χρειάζεστε, θα με ξεχάσετε…»
Για πρώτη φορά, είδα τον Γιώργο να με κοιτάει με κατανόηση. «Μαρία, συγγνώμη… Δεν ήξερα.»
Από εκείνη τη μέρα, τα πράγματα άλλαξαν. Βάλαμε όρια, μιλήσαμε ανοιχτά. Η κυρία Ελένη άρχισε να συμμετέχει περισσότερο στη ζωή μας, χωρίς να παριστάνει την άρρωστη. Δεν ήταν εύκολο, αλλά τουλάχιστον δεν ήμουν πια μόνη.
Αναρωτιέμαι, όμως, πόσες γυναίκες σαν εμένα ζουν το ίδιο δράμα πίσω από κλειστές πόρτες; Πόσες νύφες στην Ελλάδα παλεύουν να ακουστούν, να βρουν δικαιοσύνη μέσα στην ίδια τους την οικογένεια; Εσείς τι θα κάνατε αν ήσασταν στη θέση μου;