Μπορεί κανείς πραγματικά να αντέξει την κόρη μου;
«Μάνα, δεν αντέχω άλλο!» Η φωνή της Λένας αντηχεί στο σαλόνι, γεμάτη θυμό και απογοήτευση. Κάθομαι στην άκρη του καναπέ, με τα χέρια σφιγμένα στα γόνατά μου, προσπαθώντας να κρατήσω τη φωνή μου σταθερή. «Λένα, παιδί μου, κάθισε να μιλήσουμε ήρεμα. Δεν λύνονται έτσι τα πράγματα.»
Είναι βράδυ, η βροχή χτυπάει τα τζάμια του διαμερίσματος μας στην Καλλιθέα. Ο Μάνος, ο γαμπρός μου, έχει φύγει τρέχοντας από το σπίτι τους, αφήνοντας πίσω του μια βαριά σιωπή. Η Λένα, με τα μάτια κατακόκκινα, κάθεται απέναντί μου, τα μαλλιά της ανακατεμένα, τα χέρια της τρέμουν. «Δεν με καταλαβαίνει, μάνα. Ποτέ δεν με κατάλαβε. Ό,τι κι αν κάνω, ό,τι κι αν πω, πάντα βρίσκει κάτι να μου προσάψει.»
Την κοιτάζω και νιώθω το στομάχι μου να σφίγγεται. Πόσες φορές έχω ακούσει αυτά τα λόγια; Πόσες φορές έχω δει αυτό το βλέμμα; Από τότε που ήταν μικρή, η Λένα ήταν πάντα έντονη, γεμάτη πάθος, αλλά και πείσμα. Θυμάμαι τη μέρα που γεννήθηκε. Οι γιατροί μου είχαν πει ότι δεν θα μπορούσα ποτέ να κάνω παιδί. Όταν την κράτησα πρώτη φορά στην αγκαλιά μου, ένιωσα ότι ο Θεός μου χάρισε ένα θαύμα. Ήταν το φως μου, η ελπίδα μου, η δικαίωση μου απέναντι σε όλους όσους με λυπόντουσαν.
Αλλά το θαύμα αυτό μεγάλωσε και έγινε καταιγίδα. Η Λένα δεν ήταν ποτέ εύκολη. Στο σχολείο, μάλωνε με τους δασκάλους, στο σπίτι, ήθελε πάντα να έχει τον τελευταίο λόγο. Ο πατέρας της, ο Σταύρος, έλεγε πως της έκανα όλα τα χατίρια. «Την κακομαθαίνεις, Μαρία. Δεν θα βρει άνθρωπο να την αντέξει.» Τότε θύμωνα μαζί του. Τώρα, όμως, αναρωτιέμαι αν είχε δίκιο.
«Τι έγινε πάλι με τον Μάνο;» τη ρωτάω ήρεμα, αν και μέσα μου βράζω. «Τι να έγινε; Τα ίδια και τα ίδια. Δεν αντέχει που δουλεύω τόσες ώρες, που θέλω να βγαίνω με τις φίλες μου, που δεν θέλω να κάνω ακόμα παιδί. Θέλει να με κλείσει στο σπίτι, να γίνω σαν τη μάνα του!»
Η φωνή της τρέμει από οργή. Θυμάμαι τον εαυτό μου στα νιάτα μου, όταν πάλευα να αποδείξω ότι αξίζω, ότι μπορώ να τα καταφέρω. Η Λένα πήρε από μένα τη φωτιά, αλλά και το πείσμα. Ίσως της έδωσα και τα λάθη μου.
«Λένα, ο Μάνος σε αγαπάει. Αλλά κι αυτός έχει τα όριά του. Δεν είναι κακό να κάνεις υποχωρήσεις.»
Με κοιτάζει με μάτια που πετάνε σπίθες. «Δηλαδή φταίω εγώ; Εγώ φταίω που δεν μπορώ να αναπνεύσω;»
Σηκώνω τα χέρια μου, νιώθοντας το βάρος των χρόνων να με πλακώνει. «Δεν είπα αυτό, παιδί μου. Αλλά ο γάμος θέλει προσπάθεια. Θέλει να ακούς και τον άλλον.»
Η Λένα σηκώνεται απότομα, αρχίζει να περπατάει πάνω-κάτω. «Όλοι μου λέτε να κάνω πίσω. Πάντα εγώ πρέπει να κάνω πίσω. Κανείς δεν βλέπει πώς με πιέζει, πώς με πνίγει!»
Η φωνή της σπάει. Πλησιάζω, της πιάνω το χέρι. «Σε καταλαβαίνω, καρδιά μου. Αλλά κι ο Μάνος άνθρωπος είναι. Κι αυτός έχει τα όνειρά του, τις ανασφάλειές του. Δεν είναι εχθρός σου.»
Η Λένα τραβάει το χέρι της. «Δεν αντέχω άλλο, μάνα. Θέλω να φύγω. Να πάω κάπου μακριά, να μην με ελέγχει κανείς.»
Σιωπώ. Θυμάμαι τη δική μου μάνα, πώς με κοίταζε όταν της είπα ότι θα παντρευτώ τον Σταύρο, παρόλο που δεν τον ήθελε. «Θα το μετανιώσεις, Μαρία», μου είχε πει. Δεν το μετάνιωσα, αλλά πέρασα δύσκολα. Ο Σταύρος ήταν καλός άνθρωπος, αλλά αυστηρός, απόλυτος. Πολλές φορές ένιωθα κι εγώ παγιδευμένη. Μήπως, τελικά, η Λένα ζει ξανά τη δική μου ιστορία;
Την αφήνω να ξεσπάσει. Ξέρω πως αν της πω να μείνει, θα φύγει. Αν της πω να φύγει, θα μείνει. Είναι πάντα αντίθετη, πάντα σε πόλεμο με τον εαυτό της και τους άλλους. Ίσως αυτό να είναι το τίμημα του θαύματος που μου χάρισε η ζωή.
Την επόμενη μέρα, ο Μάνος έρχεται στο σπίτι. Χτυπάει την πόρτα διστακτικά, με τα μάτια χαμηλωμένα. «Μπορώ να μιλήσω στη Λένα;»
Τον κοιτάζω προσεκτικά. Είναι καλό παιδί, δουλευταράς, με αρχές. Αλλά και αυτός έχει τα κουσούρια του. Θέλει τη γυναίκα του δίπλα του, να τον φροντίζει, να του μαγειρεύει, να του κάνει παρέα. Δεν καταλαβαίνει ότι η Λένα δεν είναι έτσι. Δεν ήταν ποτέ έτσι.
«Περίμενε εδώ», του λέω και μπαίνω στο δωμάτιο της Λένας. Τη βρίσκω να κάθεται στο κρεβάτι, με τα μάτια πρησμένα. «Ο Μάνος είναι εδώ. Θέλει να σου μιλήσει.»
Με κοιτάζει με βλέμμα σκληρό. «Δεν θέλω να τον δω.»
«Λένα, πρέπει να μιλήσετε. Δεν γίνεται να τελειώνουν όλα έτσι.»
Σηκώνεται, σκουπίζει τα μάτια της και βγαίνει στο σαλόνι. Στέκομαι στην πόρτα, ακούγοντας τη φωνή της να τρέμει. «Τι θέλεις, Μάνο;»
Ο Μάνος στέκεται αμήχανα. «Λένα, δεν θέλω να σε χάσω. Αλλά δεν μπορώ άλλο να νιώθω ότι είμαι ο εχθρός σου. Θέλω να είμαστε μαζί, αλλά να είμαστε ομάδα. Όχι να παλεύουμε κάθε μέρα.»
Η Λένα δαγκώνει τα χείλη της. «Δεν θέλω να αλλάξω για κανέναν. Θέλω να με αγαπάς όπως είμαι.»
«Σε αγαπάω όπως είσαι, αλλά κι εγώ έχω ανάγκες. Θέλω να ξέρω ότι με υπολογίζεις, ότι είμαι σημαντικός για σένα.»
Η Λένα γυρίζει και με κοιτάζει. Τα μάτια της γεμάτα δάκρυα. «Μάνα, τι να κάνω;»
Την πλησιάζω, της χαϊδεύω τα μαλλιά. «Κανείς δεν μπορεί να σου πει τι να κάνεις, παιδί μου. Μόνο εσύ ξέρεις τι αντέχεις και τι θέλεις. Αλλά να θυμάσαι, η αγάπη δεν είναι μάχη. Είναι μοίρασμα.»
Ο Μάνος σκύβει το κεφάλι. «Αν δεν μπορείς να είσαι μαζί μου, πες το. Μην με κρατάς από οίκτο.»
Η Λένα κάθεται στον καναπέ, το βλέμμα της χαμένο. Η σιωπή βαραίνει το δωμάτιο. Θέλω να φωνάξω, να τους πω να μην τα παρατήσουν, να παλέψουν. Αλλά ξέρω πως δεν είναι δική μου η μάχη αυτή.
Τις επόμενες μέρες, η Λένα μένει μαζί μου. Δεν μιλάει πολύ. Πηγαίνει στη δουλειά, γυρίζει αργά, κάθεται σιωπηλή. Ο Μάνος τηλεφωνεί, αλλά εκείνη δεν απαντά. Μια μέρα, τη βλέπω να κάθεται στο μπαλκόνι, να κοιτάζει τη βροχή. «Μάνα, φοβάμαι ότι δεν θα βρω ποτέ κάποιον να με αντέξει. Μήπως είμαι πολύ δύσκολη;»
Την αγκαλιάζω. «Όλοι έχουμε τις δυσκολίες μας, Λένα. Το θέμα είναι να βρούμε κάποιον που να θέλει να προσπαθήσει. Αλλά κι εσύ πρέπει να αφήσεις χώρο στον άλλον.»
Με κοιτάζει με μάτια γεμάτα ερωτήματα. «Εσύ, μάνα, βρήκες ποτέ κάποιον να σε αντέξει;»
Χαμογελώ πικρά. «Ο πατέρας σου με άντεξε, αλλά κι εγώ έκανα πίσω πολλές φορές. Δεν είναι εύκολο. Αλλά άξιζε τον κόπο.»
Η Λένα μένει σιωπηλή. Τις επόμενες μέρες, αρχίζει να μιλάει ξανά με τον Μάνο. Βγαίνουν για καφέ, συζητούν. Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρουν. Δεν ξέρω αν μπορεί κανείς να αντέξει τον χαρακτήρα της κόρης μου. Αλλά ξέρω πως αξίζει να προσπαθήσει.
Κάποιες νύχτες, ξαπλώνω και σκέφτομαι: Μήπως φταίω εγώ που έγινε έτσι; Μήπως την έκανα πολύ δυνατή, πολύ ανεξάρτητη; Ή μήπως, τελικά, αυτό είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορούσα να της κάνω;
Άραγε, μπορεί κανείς πραγματικά να αντέξει την κόρη μου; Ή μήπως το ερώτημα είναι αν η ίδια μπορεί να αντέξει τον εαυτό της; Τι λέτε εσείς;