Οκτώ Χρόνια Γάμου: Περισσότερα από μια Οικιακή Βοηθός στην Ίδια μου την Οικογένεια

«Ιωάννα, πού είναι το πουκάμισό μου; Πάλι δεν το σιδέρωσες;» Η φωνή του Βλάση αντηχεί από το υπνοδωμάτιο, ενώ εγώ προσπαθώ να μαζέψω τα πιάτα από το τραπέζι. Τα παιδιά, ο Μανώλης και η Ελένη, τσακώνονται για το ποιος θα πάρει το τελευταίο κομμάτι ψωμί. Νιώθω το κεφάλι μου να βουίζει. Δεν έχω προλάβει να πιω ούτε μια γουλιά καφέ σήμερα.

«Έλα, μαμά, πεινάω ακόμα!» φωνάζει η Ελένη, τραβώντας το μανίκι μου.

«Ιωάννα, με ακούς;» Ο Βλάσης μπαίνει στην κουζίνα, κρατώντας το κινητό του. «Έχω συνάντηση σε δέκα λεπτά. Δεν γίνεται να πάω έτσι!»

Κοιτάζω τα χέρια μου. Είναι γεμάτα σαπουνάδες. Θέλω να φωνάξω, να του πω ότι δεν είμαι υπηρέτρια, αλλά το μόνο που βγαίνει από το στόμα μου είναι ένα «Σε λίγο, Βλάση».

Πόσα χρόνια έχουν περάσει έτσι; Οκτώ. Οκτώ χρόνια που κάθε μέρα μοιάζει με την προηγούμενη. Ξυπνάω πρώτη, ετοιμάζω πρωινό, ντύνω τα παιδιά, τα πηγαίνω σχολείο, δουλεύω από το σπίτι, μαγειρεύω, καθαρίζω, βοηθάω στα μαθήματα, ακούω τα παράπονα του Βλάση για τη δουλειά του, για το αφεντικό του, για τα πάντα. Κι εγώ; Πότε με ρώτησε κανείς πώς νιώθω; Πότε με είδε κάποιος πραγματικά;

Το βράδυ, όταν τα παιδιά κοιμούνται, κάθομαι μόνη στην κουζίνα. Το φως του ψυγείου φωτίζει το πρόσωπό μου. Βλέπω τις ρυτίδες που έχουν αρχίσει να χαράζουν το μέτωπό μου. Θυμάμαι την Ιωάννα που ήμουν πριν τον γάμο. Γελαστή, γεμάτη όνειρα, με φίλους, με πάθη. Πού πήγε αυτή η γυναίκα;

Μια μέρα, καθώς μαζεύω τα ρούχα από το μπαλκόνι, ακούω τη γειτόνισσα, τη Μαρία, να μιλάει με τη φίλη της. «Η Ιωάννα, καλή κοπέλα, αλλά πολύ ήσυχη. Σαν να μην υπάρχει. Ο Βλάσης κάνει ό,τι θέλει.» Νιώθω το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου. Είμαι αόρατη ακόμα και για τους άλλους.

Το ίδιο βράδυ, ο Βλάσης γυρίζει αργά. Μυρίζει αλκοόλ. «Είχαμε έξοδο με τα παιδιά από το γραφείο. Μην αρχίσεις τα δικά σου.» Δεν λέω τίποτα. Κοιτάζω το πάτωμα. Θέλω να ουρλιάξω, να του πω ότι κουράστηκα, ότι δεν αντέχω άλλο να είμαι η σκιά του, αλλά φοβάμαι. Φοβάμαι ότι αν μιλήσω, θα με κατηγορήσει ότι είμαι αχάριστη. Ότι δεν εκτιμώ όσα έχουμε.

Την επόμενη μέρα, η μητέρα μου με παίρνει τηλέφωνο. «Ιωάννα, πώς είσαι;»

«Καλά, μαμά, όλα καλά.»

«Δεν ακούγεσαι καλά. Θυμήσου, παιδί μου, η γυναίκα δεν είναι μόνο για να υπηρετεί. Πρέπει να ζεις κι εσύ.»

Τα λόγια της με τρυπούν. Θυμάμαι πώς ήταν εκείνη με τον πατέρα μου. Πάντα υποχωρούσε, πάντα σιωπηλή. Δεν θέλω να γίνω έτσι.

Το βράδυ, ο Βλάσης κάθεται στον καναπέ, χαζεύει τηλεόραση. Τα παιδιά παίζουν στο δωμάτιό τους. Κάθομαι δίπλα του. «Βλάση, θέλω να μιλήσουμε.»

Με κοιτάζει ενοχλημένος. «Τώρα; Δεν βλέπεις ότι είμαι κουρασμένος;»

«Δεν αντέχω άλλο έτσι. Νιώθω ότι δεν υπάρχω. Ότι είμαι απλά η γυναίκα που φροντίζει τα πάντα, αλλά κανείς δεν με βλέπει.»

Σηκώνει τους ώμους. «Έτσι είναι η ζωή, Ιωάννα. Όλοι έχουμε υποχρεώσεις. Μην κάνεις δράμα.»

Τα μάτια μου γεμίζουν δάκρυα. «Δεν είναι δράμα, Βλάση. Είναι η αλήθεια μου.»

Σηκώνεται, φεύγει από το δωμάτιο. Μένω μόνη, με τα δάκρυα να κυλούν στο πρόσωπό μου.

Τις επόμενες μέρες, προσπαθώ να βρω χρόνο για μένα. Πηγαίνω μια βόλτα στη θάλασσα, κάθομαι σε ένα παγκάκι και κοιτάζω τα κύματα. Θυμάμαι πόσο αγαπούσα τη ζωγραφική. Αγοράζω ένα μπλοκ και χρώματα. Τα βράδια, όταν όλοι κοιμούνται, ζωγραφίζω. Νιώθω ξανά ζωντανή.

Ο Μανώλης με βλέπει ένα πρωί. «Μαμά, τι κάνεις;»

«Ζωγραφίζω, αγάπη μου.»

«Μπορώ κι εγώ;»

Κάθομαι μαζί του. Ζωγραφίζουμε μαζί. Γελάμε. Για πρώτη φορά μετά από καιρό, νιώθω ευτυχισμένη.

Ο Βλάσης αρχίζει να παραπονιέται. «Τι είναι αυτά τα χρώματα παντού; Δεν έχεις δουλειές να κάνεις;»

Τον κοιτάζω στα μάτια. «Έχω, αλλά έχω και ζωή. Και θέλω να τη ζήσω.»

Με κοιτάζει σαν να μην με αναγνωρίζει. «Έχεις αλλάξει, Ιωάννα.»

«Ίσως ήρθε η ώρα να αλλάξω.»

Οι μέρες περνούν. Αρχίζω να βγαίνω περισσότερο. Βρίσκω μια παλιά φίλη, τη Σοφία, που με προσκαλεί σε μια έκθεση ζωγραφικής. Πηγαίνω. Νιώθω σαν να ξαναβρίσκω τον εαυτό μου. Μιλάω με ανθρώπους, γελάω, νιώθω ζωντανή.

Ο Βλάσης γίνεται όλο και πιο ψυχρός. «Δεν καταλαβαίνω τι σου λείπει. Έχεις σπίτι, παιδιά, ασφάλεια. Γιατί δεν είσαι ευχαριστημένη;»

«Γιατί θέλω να είμαι κάτι παραπάνω από μια οικιακή βοηθός. Θέλω να είμαι Ιωάννα.»

Ένα βράδυ, μετά από έναν μεγάλο καβγά, του λέω: «Αν δεν μπορείς να με δεις όπως είμαι, αν δεν μπορείς να με αγαπήσεις για αυτό που είμαι, τότε ίσως πρέπει να σκεφτούμε αν έχει νόημα να συνεχίσουμε έτσι.»

Σιωπή. Τα λόγια μου αιωρούνται στον αέρα. Εκείνος φεύγει από το σπίτι. Τα παιδιά με κοιτάζουν φοβισμένα. Τα αγκαλιάζω. «Όλα θα πάνε καλά, αγάπες μου.»

Τις επόμενες μέρες, ο Βλάσης μένει στη μητέρα του. Εγώ προσπαθώ να σταθώ στα πόδια μου. Είναι δύσκολο. Οι γονείς μου ανησυχούν, οι γείτονες ψιθυρίζουν. Αλλά εγώ νιώθω ελεύθερη. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, νιώθω ότι αναπνέω.

Βρίσκω δουλειά σε ένα εργαστήρι ζωγραφικής. Τα παιδιά με βλέπουν χαρούμενη. Η Ελένη μου λέει: «Μαμά, σ’ αγαπάω όταν γελάς.»

Ο Βλάσης επιστρέφει μετά από δύο εβδομάδες. «Θέλω να προσπαθήσουμε ξανά. Αλλά πρέπει να αλλάξουν πράγματα.»

Τον κοιτάζω στα μάτια. «Κι εγώ θέλω να προσπαθήσουμε. Αλλά αυτή τη φορά, θα είμαι κι εγώ εδώ. Όχι μόνο σαν σκιά, αλλά σαν Ιωάννα.»

Δεν ξέρω τι θα φέρει το μέλλον. Αλλά ξέρω ότι δεν θα αφήσω ξανά τον εαυτό μου να χαθεί.

Άραγε, πόσες γυναίκες νιώθουν σαν εμένα; Πόσες από εμάς ξεχνάμε ποια είμαστε για να κρατήσουμε μια οικογένεια; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;