Όταν σήκωσα το κινητό της φίλης μου και άκουσα τη φωνή του άντρα μου
«Μαρία, μπορείς να μου φέρεις λίγο νερό;» φώναξε η Ελένη από την κουζίνα, ενώ εγώ καθόμουν στον καναπέ της, ξεφυλλίζοντας αφηρημένα ένα περιοδικό. Ήταν ένα από εκείνα τα απογεύματα που ήθελα απλώς να ξεφύγω από το σπίτι, από τη ρουτίνα, από τον ίδιο μου τον εαυτό. Η Ελένη ήταν πάντα η διέξοδός μου, το καταφύγιό μου. Εκείνη τη μέρα, όμως, δεν ήξερα ότι θα γινόταν και η αρχή του τέλους για ό,τι θεωρούσα δεδομένο.
Το κινητό της Ελένης άρχισε να χτυπάει. Ήταν πάνω στο τραπεζάκι, δίπλα μου. «Ελένη, το κινητό σου!» φώναξα, αλλά δεν απάντησε. Το τηλέφωνο συνέχισε να χτυπάει, και χωρίς να το σκεφτώ, το σήκωσα. «Ναι;» είπα διστακτικά. Από την άλλη άκρη της γραμμής, ακούστηκε μια φωνή που πάγωσε το αίμα μου. «Ελένη; Αγάπη μου, είσαι μόνη;» Ήταν ο Νίκος. Ο άντρας μου. Η φωνή του, τόσο οικεία, τόσο τρυφερή, αλλά και τόσο ξένη εκείνη τη στιγμή. Έμεινα άφωνη για λίγα δευτερόλεπτα. «Νίκο;» ψιθύρισα, η φωνή μου έτρεμε. Απόλυτη σιωπή.
Η Ελένη μπήκε στο σαλόνι με το ποτήρι νερό στο χέρι, βλέποντάς με να κρατάω το κινητό της. Τα μάτια της γούρλωσαν, το πρόσωπό της χλώμιασε. «Μαρία…» ψέλλισε. Ο Νίκος το έκλεισε απότομα. Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται, τα χέρια μου να τρέμουν. «Τι συμβαίνει, Ελένη;» τη ρώτησα, προσπαθώντας να συγκρατήσω τα δάκρυά μου. Εκείνη δεν απάντησε. Κατέβασε το βλέμμα, και για πρώτη φορά, είδα ενοχή στα μάτια της καλύτερής μου φίλης.
«Πες μου την αλήθεια!» φώναξα, η φωνή μου έσπασε. Η Ελένη κάθισε δίπλα μου, τα μάτια της γεμάτα δάκρυα. «Μαρία… Δεν ήθελα να γίνει έτσι. Δεν ήθελα να σε πληγώσω…» Τα λόγια της ήταν σαν μαχαίρι στην καρδιά μου. «Πόσο καιρό;» τη ρώτησα, σχεδόν ψιθυριστά. «Τρεις μήνες…» μου απάντησε, και ένιωσα τον κόσμο να γκρεμίζεται γύρω μου.
Έφυγα τρέχοντας από το σπίτι της, χωρίς να κοιτάξω πίσω. Ο αέρας της Αθήνας με χτυπούσε στο πρόσωπο, αλλά δεν με ένοιαζε. Το μόνο που ήθελα ήταν να φτάσω σπίτι, να βρω τον Νίκο, να του ζητήσω εξηγήσεις. Όταν μπήκα στο διαμέρισμά μας, τον βρήκα να κάθεται στο σαλόνι, με το βλέμμα χαμένο. «Το ξέρω, Μαρία…» είπε πριν προλάβω να μιλήσω. «Το ξέρεις;» ούρλιαξα. «Το ξέρεις ότι κατέστρεψες τα πάντα; Ότι πρόδωσες τη γυναίκα σου, την οικογένειά σου;»
Ο Νίκος σηκώθηκε, πλησίασε, αλλά έκανα ένα βήμα πίσω. «Δεν ήθελα να σε πληγώσω. Ήταν μια στιγμή αδυναμίας…» «Τρεις μήνες αδυναμίας; Με την καλύτερή μου φίλη;» Τα δάκρυά μου κυλούσαν ασταμάτητα. «Γιατί;»
«Δεν ξέρω… Ένιωθα μόνος, απομακρυνθήκαμε…» ψέλλισε. «Κι εγώ; Δεν ένιωθα μόνη; Δεν προσπαθούσα κάθε μέρα να κρατήσω όρθιο αυτό το σπίτι;» Η φωνή μου έσπασε. Θυμήθηκα όλες εκείνες τις νύχτες που έμενα ξύπνια, περιμένοντάς τον να γυρίσει, όλες τις φορές που προσπαθούσα να του μιλήσω και εκείνος ήταν αλλού. Πόσες φορές είχα ζητήσει από την Ελένη να με ακούσει, να μου δώσει μια συμβουλή, χωρίς να ξέρω ότι ήταν μέρος του προβλήματος;
«Μαρία, σε παρακαλώ…» προσπάθησε να με αγγίξει, αλλά τον απώθησα. «Μην με αγγίζεις. Δεν ξέρω ποιος είσαι πια.» Έφυγα από το σαλόνι, κλείστηκα στο υπνοδωμάτιο. Ένιωθα το κεφάλι μου να γυρίζει, το στομάχι μου να ανακατεύεται. Πήρα τηλέφωνο τη μητέρα μου. «Μαμά…» ψιθύρισα, και ξέσπασα σε λυγμούς. Εκείνη, πάντα ψύχραιμη, με άκουσε χωρίς να με διακόψει. «Έλα σπίτι, παιδί μου. Εδώ θα βρεις τη δύναμη που χρειάζεσαι.»
Μάζεψα λίγα ρούχα, πήρα τα κλειδιά και έφυγα. Στο δρόμο για το πατρικό μου, σκεφτόμουν τα πάντα. Τις Κυριακές που μαζευόμασταν όλοι μαζί, τα καλοκαίρια στο χωριό, τα γέλια, τις αγκαλιές. Πώς γίνεται να χαθούν όλα σε μια στιγμή; Πώς γίνεται να προδώσουν δύο άνθρωποι που αγαπούσα περισσότερο από όλους;
Η μητέρα μου με υποδέχτηκε με ανοιχτές αγκάλες. «Όλα θα πάνε καλά, Μαρία. Είσαι δυνατή.» Αλλά εγώ δεν ένιωθα δυνατή. Ένιωθα προδομένη, μόνη, χαμένη. Τις επόμενες μέρες, ο Νίκος με έπαιρνε τηλέφωνο ξανά και ξανά. Δεν απαντούσα. Η Ελένη μου έστειλε μήνυμα: «Συγγνώμη. Δεν μπορώ να σου ζητήσω να με συγχωρέσεις, αλλά ήθελα να ξέρεις ότι σε αγαπώ ακόμα σαν αδερφή.» Δεν απάντησα ούτε σε εκείνη.
Η μητέρα μου προσπαθούσε να με στηρίξει. «Μην αφήσεις να σε ρίξει αυτό. Η ζωή συνεχίζεται.» Ο πατέρας μου, πιο σκληρός, είπε: «Να μην τον ξαναδείς. Μια φορά προδότης, πάντα προδότης.» Αλλά εγώ δεν ήξερα τι να κάνω. Η καρδιά μου ήταν κομμάτια. Τα βράδια ξαγρυπνούσα, σκεφτόμουν τα πάντα. Τι έφταιξε; Μήπως έκανα κι εγώ λάθη; Μήπως δεν ήμουν αρκετή; Μήπως η φιλία μου με την Ελένη ήταν τόσο ασφυκτική που την έσπρωξα στην αγκαλιά του Νίκου;
Μια μέρα, ο Νίκος ήρθε στο πατρικό μου. Η μητέρα μου δεν ήθελε να τον αφήσει να μπει, αλλά εγώ βγήκα να τον δω. «Θέλω να μιλήσουμε, Μαρία. Σε παρακαλώ.» Τα μάτια του ήταν κόκκινα, το πρόσωπό του κουρασμένο. «Δεν ξέρω αν υπάρχει κάτι να πούμε, Νίκο.» «Σε αγαπάω. Έκανα λάθος. Θέλω να προσπαθήσουμε ξανά.»
Τον κοίταξα στα μάτια. «Πώς να σε εμπιστευτώ ξανά; Πώς να ξέρω ότι δεν θα το ξανακάνεις;» «Θα κάνω τα πάντα για να σου αποδείξω ότι άλλαξα.» «Δεν ξέρω αν μπορώ να το αντέξω αυτό. Δεν ξέρω αν μπορώ να σε συγχωρέσω.»
Τις επόμενες εβδομάδες, προσπαθούσε να με πλησιάσει. Μου έστελνε λουλούδια, γράμματα, μηνύματα. Η Ελένη εξαφανίστηκε από τη ζωή μου. Οι κοινές μας φίλες με ρωτούσαν τι συνέβη, αλλά δεν ήθελα να μιλήσω. Ντρεπόμουν. Ένιωθα ότι όλοι με κοιτούσαν με λύπηση. Στη δουλειά, ήμουν σαν φάντασμα. Οι συνάδελφοί μου ψιθύριζαν πίσω από την πλάτη μου. Η Αθήνα, που κάποτε μου φαινόταν ζωντανή και γεμάτη ευκαιρίες, τώρα μου φαινόταν ξένη, εχθρική.
Ένα βράδυ, η μητέρα μου κάθισε δίπλα μου. «Μαρία, πρέπει να αποφασίσεις τι θέλεις. Δεν μπορείς να ζεις έτσι, ανάμεσα σε δύο κόσμους. Ή θα τον συγχωρέσεις, ή θα προχωρήσεις.» Ήξερα ότι είχε δίκιο. Αλλά πώς να συγχωρέσω; Πώς να ξεχάσω;
Πέρασαν μήνες. Ο Νίκος δεν σταμάτησε να προσπαθεί. Μια μέρα, ήρθε στο πατρικό μου με τον πατέρα του. «Θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη, Μαρία. Ξέρω ότι δεν αξίζω τη συγχώρεσή σου, αλλά θέλω να προσπαθήσουμε για το παιδί μας, για όσα ζήσαμε μαζί.» Τον κοίταξα. Θυμήθηκα τις όμορφες στιγμές, τα όνειρα που είχαμε κάνει. Αλλά και τον πόνο, την προδοσία.
Του είπα ότι χρειάζομαι χρόνο. Ότι δεν μπορώ να αποφασίσω ακόμα. Εκείνος το δέχτηκε, με σεβασμό. Η μητέρα μου με αγκάλιασε. «Ό,τι κι αν αποφασίσεις, θα είμαι δίπλα σου.»
Σήμερα, μήνες μετά, ακόμα παλεύω με τα συναισθήματά μου. Δεν ξέρω αν θα μπορέσω ποτέ να συγχωρέσω τον Νίκο ή την Ελένη. Δεν ξέρω αν μπορώ να ξαναχτίσω τη ζωή μου από την αρχή. Αλλά ξέρω ότι είμαι πιο δυνατή απ’ όσο νόμιζα. Και αναρωτιέμαι: Εσείς, τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα συγχωρούσατε ή θα προχωρούσατε μπροστά;