Πάντα Νέα; Η Κατάρα της Νιότης – Η Ιστορία μου με τον Καθρέφτη και την Οικογένεια

«Πάλι δεν έβαλες λίγο κραγιόν, Ελένη;» Η φωνή της μητέρας μου αντηχεί στο διάδρομο, καθώς ετοιμάζομαι να βγω από το σπίτι. Τα χέρια μου τρέμουν ελαφρώς, ενώ προσπαθώ να αποφύγω το βλέμμα της στον καθρέφτη του σαλονιού. «Δεν χρειάζομαι κραγιόν, μαμά. Μόλις είκοσι οχτώ είμαι, δεν είμαι παιδί, αλλά ούτε και γριά!» απαντώ, αλλά μέσα μου ξέρω πως η φωνή μου δεν έχει τη δύναμη που θα ήθελα. Η μητέρα μου, η κυρία Μαρία, πάντα ήθελε να είμαι η πιο όμορφη, η πιο περιποιημένη, η πιο νέα. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, το σπίτι μας μύριζε κρέμες, μάσκες και αρώματα. Η γιαγιά μου, η κυρία Σοφία, έλεγε πάντα: «Η ομορφιά είναι το εισιτήριό σου για μια καλή ζωή, Ελένη. Μην το ξεχνάς ποτέ.»

Αλλά εγώ, όσο μεγάλωνα, τόσο περισσότερο ένιωθα πως αυτό το «εισιτήριο» ήταν μια αλυσίδα. Όλοι γύρω μου με θαύμαζαν για το νεανικό μου πρόσωπο, τη λεία μου επιδερμίδα, τα μαλλιά μου που δεν είχαν ούτε μια άσπρη τρίχα. Στο πανεπιστήμιο, οι συμφοιτήτριές μου με ρωτούσαν τι κάνω και δείχνω σαν μαθήτρια λυκείου. Οι άντρες με πλησίαζαν, αλλά πάντα με ρωτούσαν την ηλικία μου, λες και δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι ήμουν ενήλικη. Στην αρχή, το έβρισκα αστείο. Μετά, άρχισε να με πνίγει.

«Ελένη, πρέπει να προσέχεις. Όταν μεγαλώσεις, θα δεις πόσο σημαντικό είναι να δείχνεις νέα», μου έλεγε η μητέρα μου κάθε φορά που διαφωνούσαμε. Ο πατέρας μου, ο κύριος Γιώργος, δεν μιλούσε πολύ, αλλά όταν έβλεπε τη μητέρα μου να με πιέζει, απλώς αναστέναζε και έφευγε από το δωμάτιο. Η αδερφή μου, η Άννα, ήταν το ακριβώς αντίθετό μου. Πάντα ήθελε να φαίνεται μεγαλύτερη, να φοράει έντονο μακιγιάζ, να ντύνεται προκλητικά. Η μητέρα μου τη μάλωνε, αλλά εγώ τη ζήλευα. Εκείνη είχε το θάρρος να είναι ο εαυτός της.

Θυμάμαι μια μέρα, ήμουν δεκαεπτά, όταν η μητέρα μου με πήγε σε μια αισθητικό. «Θα κάνουμε μια θεραπεία για να διατηρήσεις το δέρμα σου όπως είναι τώρα. Μην αφήσεις τον χρόνο να σε αγγίξει, Ελένη μου.» Ένιωσα σαν να με καταδικάζει σε μια αιώνια εφηβεία. Όσο περνούσαν τα χρόνια, η πίεση μεγάλωνε. Στις οικογενειακές συγκεντρώσεις, οι θείες μου με ρωτούσαν τι κάνω και δεν αλλάζω. «Εσύ θα μείνεις πάντα κοριτσάκι, Ελένη! Τυχερή!» έλεγαν και γελούσαν. Κανείς δεν έβλεπε πόσο με πλήγωνε αυτό.

Στην πραγματικότητα, δεν ήθελα να είμαι πάντα κοριτσάκι. Ήθελα να μεγαλώσω, να νιώσω γυναίκα, να με αντιμετωπίζουν με σεβασμό. Αλλά κάθε φορά που κοιτούσα τον εαυτό μου στον καθρέφτη, έβλεπα ένα πρόσωπο που δεν ταίριαζε με τα συναισθήματά μου. Έβλεπα μια ξένη. Οι φίλες μου άρχισαν να παντρεύονται, να κάνουν παιδιά. Εγώ, κάθε φορά που γνώριζα κάποιον, ένιωθα πως έπρεπε να απολογηθώ για την εμφάνισή μου. «Δεν είμαι τόσο μικρή όσο φαίνομαι», έλεγα σχεδόν απολογητικά.

Η σχέση μου με την οικογένειά μου έγινε όλο και πιο δύσκολη. Η μητέρα μου, αντί να με στηρίζει, με πίεζε περισσότερο. «Πρέπει να βρεις έναν καλό άντρα, Ελένη. Οι άντρες θέλουν γυναίκες που δείχνουν νέες. Μην το ξεχνάς.» Μια μέρα, δεν άντεξα. «Μαμά, δεν θέλω να είμαι πάντα νέα! Θέλω να είμαι ο εαυτός μου, να μεγαλώσω, να ζήσω!» φώναξα. Η μητέρα μου με κοίταξε σαν να είχα πει το πιο παράλογο πράγμα στον κόσμο. «Μα τι λες, παιδί μου; Η ομορφιά είναι δύναμη!»

Από εκείνη τη μέρα, άρχισα να απομακρύνομαι. Έβγαινα λιγότερο, απέφευγα τις οικογενειακές συγκεντρώσεις. Η αδερφή μου προσπαθούσε να με πλησιάσει. «Ελένη, μην τους ακούς. Είσαι όμορφη γιατί είσαι εσύ, όχι γιατί δείχνεις μικρή», μου είπε ένα βράδυ που καθόμασταν στο μπαλκόνι. Την αγκάλιασα και έκλαψα. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα πως κάποιος με καταλαβαίνει πραγματικά.

Τα χρόνια περνούσαν και εγώ συνέχιζα να παλεύω με τον εαυτό μου. Δούλευα σε ένα φαρμακείο στο κέντρο της Αθήνας. Οι πελάτες με ρωτούσαν πάντα αν είμαι η κόρη της ιδιοκτήτριας. «Όχι, είμαι η φαρμακοποιός», απαντούσα με χαμόγελο, αλλά μέσα μου ήθελα να ουρλιάξω. Μια μέρα, ένας πελάτης, ο κύριος Νίκος, με ρώτησε: «Πόσο χρονών είσαι, κορίτσι μου;» «Είμαι τριάντα δύο», του απάντησα. Με κοίταξε με δυσπιστία. «Δεν το πιστεύω! Είσαι τυχερή!»

Άρχισα να αποφεύγω τους καθρέφτες. Δεν ήθελα να βλέπω το πρόσωπό μου. Ένιωθα πως η εμφάνισή μου ήταν μια μάσκα που δεν μπορούσα να βγάλω. Οι φίλοι μου άρχισαν να απομακρύνονται. Δεν ήξεραν πώς να με βοηθήσουν. Η μητέρα μου συνέχιζε να με πιέζει. «Πρέπει να προσέχεις, Ελένη. Μην αφήσεις τον χρόνο να σε νικήσει.» Μια μέρα, δεν άντεξα άλλο. Έσπασα τον καθρέφτη του δωματίου μου. Τα κομμάτια του γυαλιού έπεσαν στο πάτωμα, σαν να απελευθέρωναν όλη την ένταση που κουβαλούσα μέσα μου.

Η μητέρα μου μπήκε στο δωμάτιο. «Τι έκανες;» φώναξε. «Δεν αντέχω άλλο! Δεν θέλω να είμαι πάντα νέα! Θέλω να είμαι εγώ!» της φώναξα με δάκρυα στα μάτια. Εκείνη έμεινε να με κοιτάζει σαστισμένη. Για πρώτη φορά, είδα φόβο στα μάτια της. Ίσως κατάλαβε, έστω και για λίγο, πόσο με είχε πληγώσει.

Από εκείνη τη μέρα, άρχισα να αλλάζω. Άφησα τα μαλλιά μου να ασπρίσουν, σταμάτησα να φοράω μακιγιάζ. Άρχισα να μιλάω ανοιχτά για όσα ένιωθα. Η αδερφή μου με στήριξε, αλλά η μητέρα μου δεν το δέχτηκε ποτέ. «Καταστρέφεις τον εαυτό σου», μου έλεγε. Εγώ, όμως, για πρώτη φορά στη ζωή μου, ένιωθα ελεύθερη.

Σήμερα, κοιτάζω τον εαυτό μου στον καθρέφτη και βλέπω μια γυναίκα που έχει περάσει πολλά. Δεν είμαι πια το κοριτσάκι που όλοι θαύμαζαν για τη νεότητά του. Είμαι η Ελένη, με τις ρυτίδες μου, τα άσπρα μου μαλλιά, τα σημάδια της ζωής μου. Και νιώθω περήφανη γι’ αυτό. Ξέρω πως πολλοί δεν θα με καταλάβουν. Ξέρω πως η κοινωνία μας λατρεύει τη νεότητα και φοβάται το γήρας. Αλλά εγώ, επιτέλους, αγαπώ τον εαυτό μου όπως είναι.

Αναρωτιέμαι, πόσοι από εσάς έχετε νιώσει παγιδευμένοι σε μια εικόνα που δεν είναι δική σας; Πόσοι έχετε φοβηθεί να δείξετε ποιοι πραγματικά είστε, επειδή οι άλλοι περιμένουν κάτι διαφορετικό; Θέλω να ακούσω τις δικές σας ιστορίες. Μήπως τελικά η αληθινή ομορφιά είναι να τολμάς να είσαι ο εαυτός σου;