Ανεπιθύμητοι Επισκέπτες: Πώς Προσπάθησα να Βάλω Όρια στην Οικογένειά μου
«Πάλι; Μα καλά, δεν καταλαβαίνουν;» ψιθύρισα μέσα από τα δόντια μου, ακούγοντας το κουδούνι να χτυπάει επίμονα. Ήταν Κυριακή μεσημέρι, μόλις είχα στρώσει το τραπέζι για μένα και τον Μανώλη, τον άντρα μου. Είχαμε κανονίσει να φάμε ήσυχα, να μιλήσουμε για τη δουλειά του, για τα παιδιά μας που σπουδάζουν στη Θεσσαλονίκη. Κι όμως, το ίδιο έργο ξανά: η θεία Κατερίνα με τον θείο Στέλιο, χωρίς προειδοποίηση, χωρίς ένα τηλεφώνημα.
Άνοιξα την πόρτα με ένα χαμόγελο που έμοιαζε περισσότερο με μορφασμό. «Ιωάννα μου! Τι κάνετε; Είπαμε να περάσουμε μια βόλτα, να σας δούμε!» φώναξε η θεία Κατερίνα, αγκαλιάζοντάς με ασφυκτικά. Ο θείος Στέλιος, όπως πάντα, μπήκε πρώτος στο σαλόνι, κάθισε στον καναπέ και άνοιξε την τηλεόραση. Ο Μανώλης με κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που λέει «κάνε υπομονή». Πόση υπομονή όμως να κάνω;
«Δεν μας πήρατε ένα τηλέφωνο πρώτα;» τόλμησα να πω, προσπαθώντας να ακουστώ ευγενική. Η θεία Κατερίνα γέλασε. «Ε, οικογένεια είμαστε! Δεν χρειάζονται τέτοια μεταξύ μας.»
Κάθε φορά το ίδιο. Κάθε φορά έπρεπε να μαγειρεύω περισσότερο φαγητό, να μαζεύω τα ρούχα που είχα αφήσει στον καναπέ, να κρύβω τα χαρτιά της δουλειάς μου. Κάθε φορά ένιωθα ότι το σπίτι μου δεν ήταν δικό μου.
Όταν έφυγαν, ο Μανώλης προσπάθησε να με ηρεμήσει. «Έτσι είναι οι δικοί μας, Ιωάννα. Δεν αλλάζουν.»
«Κι εγώ; Εγώ δεν έχω δικαίωμα στην ησυχία μου;» φώναξα. «Δεν μπορώ άλλο! Θέλω να βάλω όρια!»
Την επόμενη εβδομάδα, το ίδιο σκηνικό. Αυτή τη φορά ήταν ο ξάδερφος Νίκος με τη γυναίκα του και τα δύο παιδιά τους. Τα παιδιά έτρεχαν πάνω κάτω, έσπαγαν πράγματα, φώναζαν. Η γυναίκα του Νίκου καθόταν ατάραχη στο τραπέζι και έλεγε πόσο κουρασμένη είναι από τη δουλειά της στο δημόσιο. Ο Νίκος έτρωγε ό,τι υπήρχε στο ψυγείο.
«Να σας πω κάτι;» είπα ξαφνικά, σηκώνοντας το βλέμμα μου από το πάτωμα που είχε γεμίσει ψίχουλα. «Θα ήθελα την επόμενη φορά να με ειδοποιείτε πριν έρθετε.»
Ο Νίκος με κοίταξε ξαφνιασμένος. «Τι έγινε, ρε Ιωάννα; Σε πειράζει που ερχόμαστε;»
«Όχι… Απλώς… Θέλω να ξέρω πότε θα έχουμε κόσμο. Να προετοιμαστώ.»
Η γυναίκα του Νίκου χαμογέλασε ειρωνικά. «Εμείς στην οικογένειά μας πάντα ήμασταν ανοιχτοί. Δεν είχαμε τέτοια προβλήματα.»
Ένιωσα τα μάγουλά μου να καίνε από ντροπή και θυμό. Γιατί έπρεπε πάντα εγώ να είμαι η «δύσκολη», η «παράξενη»; Γιατί κανείς δεν σκεφτόταν πως μπορεί να έχω ανάγκη από λίγη ηρεμία;
Το βράδυ, όταν έφυγαν όλοι, κάθισα στο μπαλκόνι με ένα ποτήρι κρασί. Ο Μανώλης ήρθε δίπλα μου.
«Μήπως είσαι υπερβολική;» με ρώτησε διστακτικά.
«Υπερβολική; Δηλαδή αν ήθελες να ξεκουραστείς και κάθε λίγο σου χτυπούσαν την πόρτα, θα σου άρεσε;»
Δεν απάντησε. Ξέρω πως κι εκείνος κουράζεται, αλλά φοβάται να μιλήσει στους δικούς του. Στην Ελλάδα, η οικογένεια είναι ιερή – αλλά ποιος σκέφτεται εμένα;
Τις επόμενες μέρες αποφάσισα να μιλήσω ανοιχτά στη μητέρα μου. Ήξερα πως θα ήταν δύσκολο.
«Μαμά, θέλω να σου πω κάτι…»
«Τι έγινε παιδί μου;»
«Θέλω να έχουμε λίγο χρόνο μόνοι μας με τον Μανώλη. Να μην έρχεται ο καθένας όποτε θέλει χωρίς να μας ειδοποιεί.»
Η μητέρα μου με κοίταξε λες και της είχα πει ότι θα φύγω για την Αυστραλία.
«Ιωάννα! Εμείς έτσι μεγαλώσαμε! Η πόρτα μας ήταν πάντα ανοιχτή! Τώρα τι έγινε; Έγινες ξένη;»
Ένιωσα ένα βάρος στο στήθος μου. Δεν ήθελα να πληγώσω κανέναν, αλλά δεν άντεχα άλλο αυτή τη συνεχή εισβολή.
Την επόμενη Κυριακή, όταν χτύπησε το κουδούνι, δεν άνοιξα αμέσως. Κοίταξα από το ματάκι: ήταν η θεία Κατερίνα ξανά. Ο Μανώλης με κοίταξε ανήσυχος.
«Τι θα κάνεις;»
«Θα περιμένω λίγο πριν ανοίξω», του είπα αποφασιστικά.
Η θεία Κατερίνα άρχισε να χτυπάει πιο δυνατά. Άνοιξα τελικά.
«Γιατί άργησες;» ρώτησε ενοχλημένη.
«Ήμουν απασχολημένη», απάντησα ψυχρά.
Εκείνη τη μέρα δεν τους κέρασα τίποτα. Κάθισαν λίγο και έφυγαν νωρίς.
Το βράδυ πήρα τηλέφωνο την κόρη μου στη Θεσσαλονίκη.
«Μαμά, καλά κάνεις», μου είπε. «Καιρός ήταν να βάλεις όρια.»
Αλλά η μητέρα μου δεν μου μιλούσε για μέρες. Ο Νίκος έκανε παράπονα σε όλη την οικογένεια ότι έγινα «ξενέρωτη». Ο Μανώλης προσπαθούσε να κρατήσει ισορροπίες.
Μια μέρα ξέσπασα μπροστά σε όλους στο κυριακάτικο τραπέζι.
«Δεν αντέχω άλλο! Θέλω το σπίτι μου! Θέλω να ξέρω πότε θα έχω κόσμο! Δεν είμαι κακιά – απλώς θέλω λίγη ησυχία!»
Η θεία Κατερίνα δάκρυσε. Η μητέρα μου σηκώθηκε και βγήκε έξω. Ο Μανώλης με αγκάλιασε σιωπηλά.
Πέρασαν εβδομάδες δύσκολες. Κάποιοι συγγενείς σταμάτησαν να έρχονται τόσο συχνά – άλλοι απομακρύνθηκαν εντελώς. Η μητέρα μου τελικά με πήρε τηλέφωνο.
«Συγγνώμη αν σε στενοχώρησα», είπε διστακτικά. «Ίσως έχεις δίκιο… Αλλά είναι δύσκολο για μένα.»
Έκλαψα εκείνο το βράδυ – από ανακούφιση αλλά και από λύπη για όσα χάθηκαν.
Σήμερα το σπίτι μου είναι πιο ήσυχο. Έχω χρόνο για μένα και τον Μανώλη. Αλλά κάποιες φορές νιώθω μοναξιά – κι αναρωτιέμαι: Μήπως τελικά τα όρια πληγώνουν περισσότερο απ’ όσο προστατεύουν;
Εσείς τι λέτε; Πόσο εύκολο είναι στην Ελλάδα να βάλεις όρια στην οικογένεια χωρίς να χάσεις την αγάπη τους;