«Αν δεν ήμουν εγώ, θα πέθαινες της πείνας!» – Ένα χρόνο μετά, ήμουν εγώ το αφεντικό της εταιρείας του
«Άννα, αν δεν ήμουν εγώ, θα πέθαινες της πείνας!» φώναξε ο Νίκος, ενώ τα μάτια του γυάλιζαν από θυμό και αλαζονεία. Η φωνή του αντηχούσε στους τοίχους του σαλονιού μας, εκεί που κάποτε γελούσαμε μαζί τα βράδια. Τώρα, το μόνο που έμενε ήταν η βαριά σιωπή και το άρωμα μιας άλλης γυναίκας στα ρούχα του.
Δεν απάντησα. Κοίταξα τα χέρια μου που έτρεμαν και προσπάθησα να κρατήσω τα δάκρυά μου. «Πάρε τα πράγματά σου και φύγε. Η Μαρία θα έρθει να μείνει μαζί μου απόψε. Δεν θέλω σκηνές.» Η Μαρία… Η φίλη μας, η γυναίκα που εμπιστευόμουν, που της άνοιγα την καρδιά μου. Πόσο ειρωνικό να είναι αυτή που θα πάρει τη θέση μου.
Μάζεψα τα ρούχα μου σε μια παλιά βαλίτσα και βγήκα στο δρόμο. Ήταν βράδυ, η Αθήνα έβραζε από τη ζέστη του Ιουλίου, αλλά εγώ ένιωθα παγωμένη. Περπάτησα μέχρι το παγκάκι στην πλατεία και κάθισα εκεί, κοιτώντας τα φώτα της πόλης. «Τι θα κάνω τώρα;» ψιθύρισα στον εαυτό μου. Δεν είχα πού να πάω. Οι γονείς μου είχαν πεθάνει πριν χρόνια, ο αδερφός μου ζούσε στη Γερμανία και οι φίλοι… Ποιος να με καταλάβει;
Το επόμενο πρωί βρήκα καταφύγιο στη θεία μου, την Ελένη, στο Περιστέρι. Μια γυναίκα σκληρή, που είχε μεγαλώσει μόνη της τρία παιδιά μετά τον θάνατο του άντρα της. «Άννα, δεν είναι ντροπή να ξεκινάς από το μηδέν. Ντροπή είναι να μένεις με κάποιον που σε ποδοπατάει», μου είπε καθώς μου έβαζε ένα πιάτο φασολάδα μπροστά μου. Έκλαψα στην αγκαλιά της σαν μικρό παιδί.
Τις πρώτες εβδομάδες ήμουν σαν φάντασμα. Πήγαινα στη δουλειά – γραμματέας στην εταιρεία μεταφορών του Νίκου – και προσπαθούσα να μην τον κοιτάζω στα μάτια. Η Μαρία είχε ήδη πάρει τη θέση μου στο σπίτι και στο γραφείο. Έμπαινε με ύφος νικήτριας, με κοιτούσε υποτιμητικά και ψιθύριζε ειρωνικά σχόλια στις άλλες κοπέλες.
Ένα απόγευμα, καθώς έφευγα από το γραφείο, άκουσα τον Νίκο να μιλάει στο τηλέφωνο:
– Δεν αντέχω άλλο αυτή την ανίκανη! Πρέπει να βρω κάποιον να τρέξει την εταιρεία, αλλιώς θα βουλιάξουμε.
Στάθηκα πίσω από την πόρτα και άκουγα την αγωνία στη φωνή του. Η εταιρεία είχε αρχίσει να χάνει πελάτες, τα φορτηγά έμεναν ακινητοποιημένα λόγω χρεών και οι οδηγοί παραπονιόντουσαν για απλήρωτα μεροκάματα.
Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα. Σκεφτόμουν: «Μήπως μπορώ να κάνω κάτι; Μήπως αξίζω περισσότερο απ’ ό,τι πιστεύει ο Νίκος;»
Την επόμενη μέρα πήγα νωρίς στο γραφείο. Βρήκα τον Παναγιώτη, τον παλιό οδηγό που δούλευε στην εταιρεία από τότε που ξεκίνησε ο Νίκος.
– Παναγιώτη, αν σου έλεγα ότι μπορώ να βοηθήσω την εταιρεία να σταθεί στα πόδια της, θα με πίστευες;
Με κοίταξε με απορία.
– Εσύ; Τι μπορείς να κάνεις;
– Ξέρω τους πελάτες, ξέρω τα πάντα για τα δρομολόγια και τα φορτηγά. Αν με βοηθήσεις, μπορούμε να σώσουμε την εταιρεία.
Χαμογέλασε πικρά.
– Άννα, αν τολμάς, εγώ μαζί σου.
Από εκείνη τη στιγμή άρχισα να δουλεύω διπλά. Έπαιρνα τηλέφωνα παλιούς πελάτες, ζητούσα δεύτερη ευκαιρία, υποσχόμουν καλύτερες τιμές και συνέπεια. Έμαθα να διαπραγματεύομαι με τους προμηθευτές, να λύνω προβλήματα με τους οδηγούς, να βρίσκω λύσεις εκεί που όλοι έβλεπαν αδιέξοδα.
Ο Νίκος δεν άργησε να το καταλάβει.
– Τι νομίζεις ότι κάνεις; Εσύ είσαι απλώς μια γραμματέας! φώναξε ένα πρωί μπροστά σε όλους.
– Είμαι αυτή που κρατάει την εταιρεία σου ζωντανή όσο εσύ ασχολείσαι με τη Μαρία και τα ξενύχτια σου, του απάντησα ψύχραιμα.
Έγινε έξαλλος. Με απείλησε ότι θα με απολύσει. Αλλά ήξερε ότι χωρίς εμένα η εταιρεία θα κατέρρεε.
Οι μήνες περνούσαν και η κατάσταση χειροτέρευε για τον Νίκο. Η Μαρία είχε αρχίσει να ζηλεύει τη θέση μου στην εταιρεία και προσπαθούσε να με σαμποτάρει. Έβαζε λόγια στον Νίκο, έλεγε ψέματα για μένα στους πελάτες. Μια μέρα βρήκα το γραφείο μου αναστατωμένο – κάποιος είχε σβήσει όλα τα αρχεία από τον υπολογιστή μου.
Έκλαψα από απελπισία αλλά δεν τα παράτησα. Ο Παναγιώτης κι οι οδηγοί στάθηκαν δίπλα μου. «Μην τους αφήσεις να σε νικήσουν», μου είπε ο Γιώργος, ο νεότερος οδηγός που είχε κι αυτός περάσει δύσκολα στη ζωή του.
Ένα βράδυ ο Νίκος γύρισε σπίτι μεθυσμένος και τσακώθηκε άσχημα με τη Μαρία. Την επόμενη μέρα εκείνη εξαφανίστηκε – πήρε όσα λεφτά βρήκε στο σπίτι και έφυγε για τη Θεσσαλονίκη με κάποιον άλλον.
Ο Νίκος κατέρρευσε. Ήρθε στο γραφείο σαν φάντασμα και με παρακάλεσε:
– Άννα… βοήθησέ με. Δεν ξέρω τι να κάνω.
Τον κοίταξα στα μάτια και είδα έναν άνθρωπο χαμένο, φοβισμένο. Θυμήθηκα όλα όσα είχα περάσει εξαιτίας του – την προδοσία, την ταπείνωση, τις νύχτες που έκλαιγα μόνη μου στο δωμάτιο της θείας Ελένης.
– Θα σε βοηθήσω μόνο αν μου παραχωρήσεις το 51% της εταιρείας. Αλλιώς δεν έχει νόημα.
Έμεινε άφωνος.
– Δεν έχεις άλλη επιλογή, του είπα ήρεμα.
Υπέγραψε τα χαρτιά χωρίς δεύτερη σκέψη – ήταν απελπισμένος και χρεωμένος μέχρι το λαιμό.
Από εκείνη τη μέρα ήμουν εγώ το αφεντικό. Δούλεψα σκληρά – μέρες και νύχτες – για να σώσω όσα μπορούσα. Έβαλα τάξη στα οικονομικά, έφερα νέους πελάτες, αναβάθμισα τα φορτηγά, πλήρωσα τους οδηγούς στην ώρα τους. Η εταιρεία άρχισε σιγά-σιγά να ανακάμπτει.
Ο Νίκος έφυγε για το χωριό του στη Φθιώτιδα – δεν άντεχε να βλέπει ότι εγώ κατάφερα αυτό που εκείνος θεωρούσε αδύνατο.
Ένα χρόνο μετά εκείνο το βράδυ που με πέταξε έξω από το σπίτι μας, στεκόμουν στο γραφείο του αφεντικού – τώρα δικό μου – και κοίταζα την Αθήνα από το παράθυρο. Θυμήθηκα τα λόγια του: «Αν δεν ήμουν εγώ, θα πέθαινες της πείνας!»
Χαμογέλασα πικρά. Πόσο λάθος έκανε…
Άραγε πόσες γυναίκες έχουν ακούσει τέτοια λόγια; Πόσοι άνθρωποι έχουν πιστέψει ότι δεν αξίζουν τίποτα χωρίς κάποιον άλλον; Μήπως τελικά η δύναμή μας γεννιέται μέσα από τον μεγαλύτερο πόνο;