«Πάντα πίστευα πως είχα αληθινή φίλη – μέχρι που άκουσα ότι ήμουν απλώς μια βολική λύση»
«Δεν ξέρω πώς να της το πω… Δεν θέλω να την πληγώσω, αλλά ήταν πάντα η εύκολη λύση όταν δεν είχα τι να κάνω.»
Η φωνή της Μαρίας έσπασε τη σιγή του διαδρόμου. Στεκόμουν πίσω από την μισάνοιχτη πόρτα του σαλονιού της, κρατώντας ακόμα το παλτό μου. Είχα έρθει νωρίτερα για να της κάνω έκπληξη – ήταν τα γενέθλιά της. Αντί για χαμόγελα και αγκαλιές, πάγωσα στη θέση μου. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, σαν να ήθελε να σπάσει το στήθος μου.
«Έλα, βρε Μαρία, υπερβάλλεις!» ακούστηκε η φωνή της Ελένης, της ξαδέρφης της. «Η Άννα είναι καλή κοπέλα, αλλά… ναι, καταλαβαίνω τι λες. Πάντα διαθέσιμη, πάντα εκεί όταν οι άλλοι δεν μπορούν.»
Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου. Ήμουν λοιπόν η εφεδρική λύση; Η φίλη για τις δύσκολες ώρες, για τα κενά προγράμματα; Όλα όσα είχαμε ζήσει – οι ατελείωτες βόλτες στην παραλία της Θεσσαλονίκης, τα ξενύχτια με κουβέντες για τα όνειρά μας, τα δάκρυα και τα γέλια – ήταν απλώς στιγμές ευκολίας για εκείνη;
Πήρα μια βαθιά ανάσα και μπήκα στο σαλόνι. Η Μαρία γύρισε απότομα και με κοίταξε με μάτια γεμάτα ενοχή. Η Ελένη χαμήλωσε το βλέμμα της.
«Άννα… δεν σε άκουσα να μπαίνεις», ψέλλισε η Μαρία.
«Μάλλον δεν περίμενες να έρθω τόσο νωρίς», απάντησα προσπαθώντας να κρατήσω τη φωνή μου σταθερή.
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν εκκωφαντική. Ένιωθα το βλέμμα της να με καίει. Ήθελα να φύγω, αλλά τα πόδια μου είχαν ριζώσει στο πάτωμα.
«Άννα, δεν είναι αυτό που νομίζεις…» ξεκίνησε η Μαρία, αλλά την έκοψα.
«Τι ακριβώς είναι τότε; Είμαι η φίλη σου ή απλώς μια βολική λύση όταν οι άλλοι έχουν καλύτερα σχέδια;»
Η Ελένη σηκώθηκε διακριτικά και βγήκε από το δωμάτιο. Μείναμε μόνες.
Η Μαρία έβαλε τα χέρια της στο πρόσωπό της. «Δεν ήθελα να το ακούσεις έτσι… Δεν ξέρω καν γιατί το είπα. Ίσως γιατί τελευταία νιώθω χαμένη. Δεν ήθελα να σε πληγώσω.»
Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα. Θυμήθηκα όλες τις φορές που ακύρωσε σχέδια τελευταία στιγμή επειδή «κάτι προέκυψε». Όλες τις φορές που εγώ ήμουν εκεί – όταν χώρισε με τον Νίκο, όταν έχασε τη δουλειά της, όταν τσακώθηκε με τους γονείς της. Πάντα εγώ ήμουν το καταφύγιό της.
«Γιατί δεν μου το είπες ποτέ; Γιατί δεν μου είπες ότι δεν θες πια να κάνουμε παρέα;»
«Δεν είναι έτσι! Απλώς… άλλαξαν πολλά στη ζωή μου. Νιώθω πως έχω χαθεί κι εγώ η ίδια. Δεν ξέρω τι θέλω.»
Έφυγα χωρίς να πω άλλη λέξη. Περπάτησα στους δρόμους της Καλαμαριάς με το παλτό κουμπωμένο μέχρι πάνω, παλεύοντας να συγκρατήσω τα δάκρυά μου. Οι άνθρωποι γύρω μου γελούσαν, έπιναν καφέδες στα μαγαζιά, ζούσαν τη δική τους καθημερινότητα – κι εγώ ένιωθα πιο μόνη από ποτέ.
Το βράδυ γύρισα στο σπίτι. Η μητέρα μου με περίμενε στην κουζίνα.
«Τι έχεις, κορίτσι μου;» με ρώτησε καθώς έβαζε φακές στο πιάτο μου.
«Τίποτα, μαμά. Απλώς κουράστηκα.»
Με κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που μόνο οι μάνες έχουν – βλέμμα που διαπερνάει κάθε άμυνα.
«Μην αφήνεις τους ανθρώπους να σε χρησιμοποιούν επειδή φοβάσαι τη μοναξιά», είπε ήρεμα.
Τα λόγια της με χτύπησαν σαν ρεύμα. Ήμουν πάντα αυτή που έδινε χωρίς να ζητάει αντάλλαγμα. Στο σχολείο ήμουν η «καλή μαθήτρια» που βοηθούσε τους πάντες στις εργασίες. Στο πανεπιστήμιο ήμουν αυτή που άκουγε τα προβλήματα όλων χωρίς ποτέ να μιλάει για τα δικά της. Και τώρα… τώρα ήμουν απλώς η βολική φίλη.
Τις επόμενες μέρες απέφευγα τη Μαρία. Εκείνη προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί μου – μηνύματα, κλήσεις, ακόμα και ένα γράμμα που άφησε κάτω από την πόρτα μου. Δεν απάντησα σε τίποτα.
Ένα βράδυ, καθώς καθόμουν μόνη στο μπαλκόνι με ένα ποτήρι κρασί, χτύπησε το κουδούνι. Ήταν ο πατέρας μου.
«Άννα, μπορώ να μπω;»
Έγνεψα καταφατικά.
Κάθισε δίπλα μου και άναψε τσιγάρο.
«Ξέρεις… κι εγώ έχασα φίλους στη ζωή μου. Κάποιοι με πρόδωσαν, κάποιοι απλώς χάθηκαν στον χρόνο. Αλλά πάντα έβρισκα καινούριους ανθρώπους – αρκεί να μην κλείνεσαι στον εαυτό σου.»
Τον κοίταξα σιωπηλή. Ήθελα να τον ρωτήσω πώς αντέχεις την προδοσία; Πώς ξανανοίγεσαι όταν φοβάσαι ότι θα σε πληγώσουν ξανά;
Την επόμενη μέρα πήγα στη δουλειά σαν ρομπότ. Οι συνάδελφοι στο λογιστικό γραφείο μιλούσαν για τις εκλογές, για την ακρίβεια στα σούπερ μάρκετ, για τις αυξήσεις στη ΔΕΗ. Κανείς δεν κατάλαβε ότι μέσα μου γινόταν πόλεμος.
Στο διάλειμμα πήρα τηλέφωνο τη Δήμητρα – μια παλιά συμμαθήτρια που είχαμε χαθεί τα τελευταία χρόνια.
«Θέλεις να βγούμε για καφέ;» τη ρώτησα διστακτικά.
«Φυσικά! Πόσο χαίρομαι που με θυμήθηκες!»
Εκείνο το απόγευμα συναντηθήκαμε στην παραλία. Μιλήσαμε για όλα – για τη δουλειά, για τις οικογένειές μας, για τα παλιά χρόνια στο σχολείο. Ένιωσα ξανά άνθρωπος.
Όταν γύρισα σπίτι, βρήκα άλλο ένα μήνυμα από τη Μαρία: «Σε παρακαλώ, δώσε μου μια ευκαιρία να σου εξηγήσω.»
Αποφάσισα να τη συναντήσω. Βρεθήκαμε σε ένα μικρό καφέ στη Βαλαωρίτου.
«Άννα… συγγνώμη», είπε αμέσως μόλις κάθισε απέναντί μου. «Δεν έχω καμία δικαιολογία για όσα είπα. Ήσουν πάντα εκεί για μένα κι εγώ σε πλήγωσα.»
Την κοίταξα στα μάτια – μάτια κόκκινα από το κλάμα.
«Δεν ξέρω αν μπορώ να σε εμπιστευτώ ξανά», της είπα ειλικρινά.
«Το καταλαβαίνω… Αλλά θέλω να προσπαθήσω. Αν θες κι εσύ.»
Σηκώθηκα και την αγκάλιασα σφιχτά. Δεν ξέρω αν θα ξαναγίνουμε όπως πριν – ίσως ποτέ. Αλλά εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως η φιλία δεν είναι δεδομένη ούτε αυτονόητη. Πρέπει να την προστατεύεις, να τη διεκδικείς και – πάνω απ’ όλα – να λες την αλήθεια.
Γύρισα σπίτι πιο ανάλαφρη εκείνο το βράδυ. Η μητέρα μου με περίμενε στην κουζίνα όπως πάντα.
«Όλα καλά;» με ρώτησε χαμογελώντας.
«Όλα καλά… προς το παρόν», της απάντησα και κάθισα δίπλα της.
Αναρωτιέμαι: Πόσοι από εμάς έχουμε υπάρξει «βολικές λύσεις» στη ζωή κάποιου άλλου χωρίς να το ξέρουμε; Και πόσοι έχουμε πληγώσει ανθρώπους που μας αγαπούν πραγματικά χωρίς καν να το καταλάβουμε;