Όταν Έφερα τη Μητέρα μου στο Σπίτι, ο Άντρας μου Μου Έθεσε Τελεσίγραφο – Μπορείς να Είσαι Καλή Κόρη και Καλή Σύζυγος ταυτόχρονα;
«Δεν αντέχω άλλο, Μαρία! Ή εγώ ή η μάνα σου!»
Η φωνή του Νίκου αντήχησε στο σαλόνι μας σαν κεραυνός. Τα χέρια μου έτρεμαν καθώς κρατούσα το φλιτζάνι του καφέ. Η μητέρα μου, η κυρία Ελένη, καθόταν αμίλητη στην πολυθρόνα, τα μάτια της χαμηλωμένα, σαν να ήξερε πως ήταν η αιτία της θύελλας που ξέσπασε στο σπίτι μας.
«Νίκο, σε παρακαλώ… Είναι η μάνα μου. Δεν έχει που να πάει. Δεν μπορεί να μείνει μόνη της πια!» ψιθύρισα, προσπαθώντας να συγκρατήσω τα δάκρυά μου.
«Δεν με νοιάζει! Εγώ δεν παντρεύτηκα τη μάνα σου! Παντρεύτηκα εσένα! Θέλω το σπίτι μας ήσυχο, όχι γηροκομείο!»
Αυτή η φράση του με τσάκισε. Ήξερα πως ο Νίκος δεν είχε ποτέ ιδιαίτερη σχέση με τη μητέρα μου. Πάντα έλεγε πως είναι «δύσκολη γυναίκα», πως ανακατεύεται παντού. Αλλά τώρα που εκείνη είχε πάθει εγκεφαλικό και δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί, όλα έγιναν χειρότερα.
Η απόφαση να τη φέρω σπίτι μας ήταν δική μου. Ο αδερφός μου, ο Γιώργος, ζούσε στη Γερμανία και δεν μπορούσε να βοηθήσει. Οι συγγενείς μας στην Καλαμάτα είχαν τις δικές τους οικογένειες. Έμεινα μόνη να σηκώσω το βάρος.
Τις πρώτες μέρες προσπαθούσα να τα κάνω όλα τέλεια: να φροντίζω τη μαμά, να δουλεύω από το σπίτι ως λογίστρια, να μαγειρεύω για τον Νίκο και τα παιδιά μας, τον Πέτρο και τη Σοφία. Όμως η κούραση με λύγιζε. Η μαμά ξυπνούσε συχνά τη νύχτα, φώναζε το όνομά μου, χρειαζόταν βοήθεια για τα πάντα. Ο Νίκος άρχισε να γκρινιάζει όλο και πιο πολύ.
Ένα βράδυ, καθώς έβαζα τη μαμά για ύπνο, άκουσα τον Νίκο να μιλάει στο τηλέφωνο με την αδερφή του:
«Δεν πάει άλλο, Άννα… Η Μαρία έχει γίνει σκιά του εαυτού της. Το σπίτι βρωμάει φάρμακα και κρέμες… Τα παιδιά είναι παραμελημένα…»
Ένιωσα το αίμα μου να παγώνει. Ήταν αλήθεια; Είχα παραμελήσει τα παιδιά μου; Τον άντρα μου; Τον εαυτό μου; Ήμουν τόσο κουρασμένη που δεν θυμόμουν πότε είχαμε βγει τελευταία φορά οι δυο μας για έναν καφέ.
Την επόμενη μέρα ο Νίκος ήρθε αποφασισμένος:
«Μαρία, πρέπει να βρεις λύση. Δεν γίνεται να συνεχίσουμε έτσι. Ή θα βρεις μια γυναίκα να την προσέχει ή θα τη βάλεις σε κάποιον ξενώνα. Αλλιώς…»
Το «αλλιώς» κρεμόταν στον αέρα σαν απειλή.
Πήγα στο δωμάτιό μου και έκλαψα με λυγμούς. Θυμήθηκα τα παιδικά μου χρόνια στη Νέα Σμύρνη, τότε που η μαμά δούλευε διπλοβάρδιες για να μη μας λείψει τίποτα. Θυμήθηκα πώς έτρεχε κάθε φορά που είχα πυρετό, πώς έραβε τα ρούχα μας για να μην νιώθουμε μειονεκτικά στο σχολείο. Πώς μπορούσα τώρα να την εγκαταλείψω;
Τις μέρες που ακολούθησαν, το σπίτι έγινε πεδίο μάχης. Ο Νίκος απέφευγε τη μαμά, τα παιδιά ήταν μπερδεμένα. Η Σοφία με ρώτησε μια μέρα:
«Μαμά, γιατί ο μπαμπάς φωνάζει στη γιαγιά;»
Δεν ήξερα τι να απαντήσω. Προσπαθούσα να κρατήσω τις ισορροπίες, αλλά ένιωθα πως χανόμουν.
Μια Κυριακή πρωί, καθώς ετοιμαζόμουν να πάω στη λαϊκή, η μαμά με κοίταξε στα μάτια:
«Κόρη μου… Μη χαλάσεις το σπίτι σου για μένα. Εγώ έζησα… Εσύ έχεις ακόμα ζωή μπροστά σου.»
Τα λόγια της με πλήγωσαν περισσότερο κι από τις φωνές του Νίκου. Ήταν σαν να με παρακαλούσε να την αφήσω μόνη της.
Το ίδιο βράδυ κάλεσα τον αδερφό μου στη Γερμανία μέσω βίντεοκλήσης.
«Γιώργο, δεν αντέχω άλλο… Ο Νίκος θέλει να φύγει η μαμά από το σπίτι…»
Ο Γιώργος προσπάθησε να με καθησυχάσει:
«Μαρία, κάνε ό,τι μπορείς… Αν χρειαστεί, θα στείλω λεφτά για μια γυναίκα… Αλλά μην τσακωθείς με τον Νίκο. Τα παιδιά χρειάζονται και τους δυο σας.»
Αλλά ποιος θα φρόντιζε τη μαμά; Ποιος θα της άλλαζε πάνες στις τρεις τα ξημερώματα; Ποιος θα της μιλούσε όταν ξεχνούσε πού βρίσκεται;
Έψαξα για γυναίκες που προσέχουν ηλικιωμένους. Οι τιμές ήταν απλησίαστες για τον μισθό μας. Οι ξενώνες γέροντος είχαν λίστα αναμονής μηνών και οι συνθήκες δεν ήταν πάντα ανθρώπινες.
Ο Νίκος γινόταν όλο και πιο ψυχρός. Έφτασε στο σημείο να κοιμάται στον καναπέ.
Μια μέρα γύρισα νωρίτερα από το σούπερ μάρκετ και τον άκουσα να μιλάει πάλι στην Άννα:
«Δεν αντέχω άλλο! Αν δεν φύγει η μάνα της, εγώ θα φύγω!»
Ένιωσα το τέλος να πλησιάζει.
Το ίδιο βράδυ κάθισα απέναντί του στο τραπέζι της κουζίνας.
«Νίκο… Θέλω να σου μιλήσω.»
Με κοίταξε κουρασμένος.
«Άκουσέ με σε παρακαλώ… Δεν μπορώ να αφήσω τη μάνα μου στο δρόμο. Αλλά δεν θέλω να χάσω κι εσένα… Πες μου τι μπορώ να κάνω.»
Σιώπησε για λίγο κι ύστερα είπε:
«Δεν ξέρω… Αλλά εγώ έτσι δεν ζω άλλο.»
Την επόμενη μέρα πήρε τα πράγματά του και έφυγε για το πατρικό του στην Κηφισιά.
Τα παιδιά έκλαιγαν. Η μαμά έκλαιγε σιωπηλά στο δωμάτιό της. Εγώ ένιωθα σαν κάποιος να ξερίζωσε την καρδιά μου.
Πέρασαν εβδομάδες. Ο Νίκος ερχόταν μόνο για να δει τα παιδιά. Δεν μιλούσαμε πολύ. Η μαμά χειροτέρευε μέρα με τη μέρα.
Ένα βράδυ, καθώς καθόμουν δίπλα της και της κρατούσα το χέρι, ψιθύρισε:
«Συγχώρεσέ με που σου χάλασα τη ζωή…»
Της φίλησα το μέτωπο και της είπα:
«Εσύ μου την έδωσες τη ζωή, μαμά.»
Λίγες μέρες μετά έφυγε ήσυχα στον ύπνο της.
Ο Νίκος γύρισε στο σπίτι για την κηδεία. Δεν είπαμε πολλά. Μόνο όταν όλοι είχαν φύγει κι έμεινα μόνη στην κουζίνα, ήρθε κοντά μου και είπε:
«Συγγνώμη… Ήμουν σκληρός.»
Δεν απάντησα. Ήξερα πως τίποτα δεν θα ήταν πια το ίδιο.
Σήμερα, μήνες μετά, προσπαθώ ακόμα να συγχωρήσω τον εαυτό μου και τον Νίκο. Τα παιδιά έχουν αρχίσει να χαμογελούν ξανά. Εγώ όμως αναρωτιέμαι κάθε βράδυ:
Μπορεί άραγε μια γυναίκα στην Ελλάδα του σήμερα να είναι ταυτόχρονα καλή κόρη και καλή σύζυγος; Ή μήπως η ζωή πάντα ζητάει θυσίες που μας σημαδεύουν για πάντα;