Γιατί πάντα εγώ πληρώνω; – Η εξομολόγηση μιας Ελληνίδας για την αγάπη, τα χρήματα και τα όρια
«Πάλι εσύ θα πληρώσεις, Ελένη;» Η φωνή της μητέρας μου αντηχεί στο μυαλό μου κάθε φορά που βγάζω το πορτοφόλι μου στο ταμείο. Απόψε, όμως, δεν είναι η φωνή της μαμάς που ακούω, αλλά του ίδιου του Νίκου, του ανθρώπου που αγαπώ εδώ και έξι χρόνια. Καθόμαστε σε μια μικρή ταβέρνα στο Παγκράτι, με το φως των κεριών να τρεμοπαίζει πάνω στα πρόσωπά μας. Το βλέμμα του Νίκου είναι χαμηλωμένο, τα δάχτυλά του παίζουν νευρικά με το κινητό του.
«Νίκο, μπορείς να πληρώσεις εσύ αυτή τη φορά;» ρωτάω ήρεμα, προσπαθώντας να κρύψω την αγωνία στη φωνή μου.
Σηκώνει το βλέμμα του και χαμογελάει αμήχανα. «Ξέρεις ότι δεν έχω πολλά πάνω μου… Θα σου τα δώσω αύριο.»
Πόσες φορές έχω ακούσει αυτή τη φράση; Πόσες φορές έχω βάλει στην άκρη τις δικές μου ανάγκες για να καλύψω τις δικές του; Θυμάμαι την πρώτη φορά που βγήκαμε ραντεβού – τότε ήταν όλα αλλιώς. Μου έφερε λουλούδια, πλήρωσε το δείπνο, με έκανε να νιώθω ξεχωριστή. Τώρα, έξι χρόνια μετά, νιώθω σαν να είμαι η τράπεζά του.
Η ζωή στην Αθήνα δεν είναι εύκολη. Οι δουλειές σπανίζουν, οι λογαριασμοί τρέχουν. Εγώ δουλεύω σε ένα λογιστικό γραφείο στο Κολωνάκι. Ο μισθός μου δεν είναι μεγάλος, αλλά τουλάχιστον είναι σταθερός. Ο Νίκος δουλεύει περιστασιακά σε ένα καφέ, αλλά συχνά μένει άνεργος για μήνες. Στην αρχή τον στήριζα χωρίς δεύτερη σκέψη – έτσι κάνουν οι άνθρωποι που αγαπούν. Όμως τώρα νιώθω κουρασμένη. Κάθε φορά που έρχεται ο λογαριασμός, κάθε φορά που πρέπει να πληρώσουμε το ενοίκιο ή να πάμε σούπερ μάρκετ, εγώ είμαι αυτή που βάζει το χέρι στην τσέπη.
«Δεν είναι μόνο τα λεφτά», μου λέει η φίλη μου η Μαρία όταν της εξομολογούμαι τους προβληματισμούς μου. «Είναι θέμα σεβασμού. Αν σε αγαπούσε πραγματικά, θα προσπαθούσε περισσότερο.»
Την κοιτάζω και θέλω να της πω ότι δεν είναι έτσι απλά τα πράγματα. Ο Νίκος έχει περάσει δύσκολα – ο πατέρας του πέθανε όταν ήταν μικρός, η μητέρα του παλεύει ακόμα με χρέη. Πώς να τον αφήσω μόνο του; Κι όμως, κάθε φορά που του ζητάω να αναλάβει τις ευθύνες του, εκείνος θυμώνει.
«Δηλαδή τι θες να κάνω; Να βρω μια δουλειά που δεν υπάρχει; Να γίνω σαν τον πατέρα σου που δούλευε μέρα-νύχτα και δεν ζούσε;»
Οι καβγάδες μας έχουν γίνει ρουτίνα. Μια μέρα, γυρνώντας σπίτι κουρασμένη από τη δουλειά, τον βρίσκω στον καναπέ με το PlayStation.
«Νίκο, πλήρωσες το ρεύμα;»
«Ξέχασα… Θα το κάνω αύριο.»
Το αύριο γίνεται μεθαύριο, και τελικά εγώ τρέχω στην ΔΕΗ για να μην μας κόψουν το ρεύμα. Το ίδιο συμβαίνει με το ενοίκιο, το σούπερ μάρκετ, ακόμα και με τα κοινόχρηστα. Κάθε μήνα η ίδια ιστορία.
Η μητέρα μου με παίρνει τηλέφωνο σχεδόν κάθε μέρα.
«Ελένη μου, πότε θα καταλάβεις ότι αυτός ο άνθρωπος σε εκμεταλλεύεται; Δεν είσαι υποχρεωμένη να κουβαλάς όλο το βάρος μόνη σου.»
Της κλείνω το τηλέφωνο θυμωμένη. Ποιος μπορεί να καταλάβει τι σημαίνει αγάπη; Ποιος μπορεί να ξέρει τι περνάμε οι δυο μας όταν κλείνει η πόρτα;
Κι όμως, τα λόγια της καρφώνονται μέσα μου. Τι θα γινόταν αν έφευγα; Πώς θα ήταν η ζωή μου χωρίς τον Νίκο; Θα ένιωθα ελεύθερη ή άδεια;
Ένα βράδυ, μετά από έναν ακόμα καβγά για τα λεφτά, ο Νίκος φεύγει από το σπίτι χτυπώντας την πόρτα. Μένω μόνη στο σκοτάδι και νιώθω ένα βάρος στο στήθος μου. Θυμάμαι τις όμορφες στιγμές μας – τις βόλτες στη θάλασσα, τα γέλια μας στα σοκάκια της Πλάκας, τα όνειρα που κάναμε για ένα σπίτι γεμάτο αγάπη.
Αλλά τώρα όλα μοιάζουν μακρινά. Τον τελευταίο καιρό νιώθω ότι έχω χάσει τον εαυτό μου. Δεν ξέρω πια τι θέλω ή τι αξίζω.
Μια μέρα αποφασίζω να μιλήσω ανοιχτά.
«Νίκο, δεν αντέχω άλλο έτσι. Νιώθω ότι είμαι μόνη μου σε αυτή τη σχέση.»
Με κοιτάζει σιωπηλός.
«Δεν είναι μόνο τα λεφτά», συνεχίζω. «Είναι ότι δεν προσπαθείς καν να αλλάξεις κάτι.»
Σηκώνεται απότομα.
«Δηλαδή τι θες να κάνω; Να φύγω;»
Δεν απαντώ αμέσως. Τα μάτια μου γεμίζουν δάκρυα.
«Θέλω να νιώσω ότι είμαστε μαζί σε αυτό. Ότι δεν είμαι απλώς η τράπεζά σου.»
Εκείνη τη νύχτα κοιμάμαι μόνη στον καναπέ. Ο Νίκος φεύγει χωρίς να πει λέξη.
Τις επόμενες μέρες προσπαθώ να βρω τον εαυτό μου ξανά. Βγαίνω με φίλους, μιλάω με τη Μαρία, περπατάω στην παραλία της Βουλιαγμένης μόνη μου. Σκέφτομαι όλα όσα έχασα προσπαθώντας να κρατήσω μια σχέση που με πονάει.
Ο Νίκος επιστρέφει μετά από μια εβδομάδα. Κρατάει ένα μικρό μπουκέτο λουλούδια και ζητάει συγγνώμη.
«Θα προσπαθήσω περισσότερο», λέει χαμηλόφωνα.
Θέλω να τον πιστέψω. Θέλω να πιστέψω ότι οι άνθρωποι αλλάζουν όταν αγαπούν πραγματικά. Αλλά μέσα μου ξέρω ότι κάτι έχει σπάσει.
Σήμερα κάθομαι στο ίδιο τραπέζι όπου ξεκίνησαν όλα και αναρωτιέμαι: Πόσο αξίζει η αγάπη όταν πληρώνεις πάντα εσύ το τίμημα; Πού τελειώνει η κατανόηση και πού αρχίζει η εκμετάλλευση;
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα μένατε ή θα φεύγατε;