«Αύριο μαζεύετε τα πράγματά σας και φεύγετε» – Η νύχτα που διάλεξα τον εαυτό μου πάνω από το παιδί μου
«Μαμά, δεν αντέχω άλλο! Πάλι τα ίδια;» Η φωνή του Νίκου αντηχεί στο σαλόνι, γεμάτη θυμό και κούραση. Η Μαρία, η νύφη μου, κάθεται στην άκρη του καναπέ με σταυρωμένα χέρια και βλέμμα σκληρό. Εγώ στέκομαι όρθια, με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο, τα χέρια μου τρέμουν. Το ρολόι δείχνει περασμένα μεσάνυχτα. Η πολυκατοικία στη Νέα Σμύρνη είναι ήσυχη, μόνο το δικό μας σπίτι βράζει.
«Δεν γίνεται να συνεχιστεί αυτό, Νίκο. Δεν είμαι υπηρέτρια εδώ μέσα!» φωνάζει η Μαρία. Ο Νίκος στρέφεται προς το μέρος της: «Και τι θες να κάνω; Να φύγουμε; Πού να πάμε;»
Κλείνω τα μάτια. Θυμάμαι τον εαυτό μου πριν χρόνια, όταν ο Νίκος ήταν μικρός. Πόσο τον κρατούσα αγκαλιά τα βράδια που φοβόταν το σκοτάδι. Πόσο ονειρευόμουν μια ενωμένη οικογένεια. Τώρα, όμως, το σπίτι μου έχει γίνει πεδίο μάχης.
«Φτάνει!» ακούω τη φωνή μου, ξένη σχεδόν. «Αύριο μαζεύετε τα πράγματά σας και φεύγετε.»
Η σιωπή πέφτει βαριά. Ο Νίκος με κοιτάζει σαν να μην με αναγνωρίζει. Τα μάτια του γεμίζουν δάκρυα – ή μήπως είναι οργή; Η Μαρία σηκώνεται απότομα. «Εντάξει», λέει ψυχρά. «Δεν θα μας ξαναδείς.»
Όταν η πόρτα του δωματίου τους κλείνει με δύναμη, μένω μόνη στο σαλόνι. Τα πόδια μου λυγίζουν και κάθομαι στο πάτωμα. Κλαίω σιωπηλά, για όλα όσα χάθηκαν, για όλα όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ.
Η αρχή ήταν αλλιώς. Ο Νίκος και η Μαρία ήρθαν να μείνουν μαζί μου όταν εκείνος έχασε τη δουλειά του στο λογιστικό γραφείο. Η Μαρία δούλευε part-time σε ένα φροντιστήριο αγγλικών, αλλά τα λεφτά δεν έφταναν ούτε για τα βασικά. «Μαμά, μόνο για λίγο», μου είπε ο Νίκος τότε. «Μέχρι να σταθούμε στα πόδια μας.»
Στην αρχή χάρηκα που θα είχα το παιδί μου κοντά. Το σπίτι γέμισε φωνές, μυρωδιές από φαγητό, γέλια – έστω και λίγα. Όμως γρήγορα άρχισαν τα προβλήματα: ποιος θα πλύνει τα πιάτα, ποιος θα πληρώσει το ρεύμα, ποιος θα κάνει ησυχία όταν η Μαρία διάβαζε για το Proficiency της.
Η κατάσταση χειροτέρεψε όταν ο Νίκος άρχισε να πίνει μπύρες κάθε βράδυ μπροστά στην τηλεόραση. Η Μαρία γκρίνιαζε πως δεν βοηθάει στο σπίτι, πως δεν ψάχνει αρκετά για δουλειά. Εγώ προσπαθούσα να κρατήσω τις ισορροπίες – μαγείρευα, καθάριζα, έκανα πως δεν βλέπω τα νεύρα τους.
Ένα βράδυ, η Μαρία με πλησίασε στην κουζίνα:
«Κυρία Ελένη…»
«Πες με Ελένη, παιδί μου.»
«Ελένη… Δεν αντέχω άλλο έτσι. Ο Νίκος δεν προσπαθεί. Εσύ τον καλύπτεις συνέχεια.»
Ένιωσα το πρόσωπό μου να καίει από ντροπή και θυμό. «Είναι γιος μου», της είπα σιγανά.
«Και εγώ γυναίκα του! Αλλά δεν μπορώ να ζω έτσι.»
Την ίδια νύχτα ο Νίκος γύρισε αργά, μεθυσμένος. Μουρμούριζε κάτι για φίλους που έχουν φύγει στο εξωτερικό, για μια Ελλάδα που δεν δίνει ευκαιρίες στους νέους. Τον σκέπασα όπως παλιά – αλλά τώρα ήταν ένας ξένος.
Οι μέρες περνούσαν με καβγάδες για τα πάντα: για το αν θα πληρώσουμε τη ΔΕΗ ή τον ΟΤΕ πρώτα, για το αν θα φάμε φακές ή μακαρόνια, για το αν η Μαρία θα αφήσει τα παπούτσια της στην είσοδο ή όχι.
Ένα πρωινό Κυριακής, η αδελφή μου η Σοφία ήρθε για καφέ.
«Ελένη, δεν μπορείς να ζεις έτσι», μου είπε αυστηρά.
«Τι να κάνω; Να τους πετάξω έξω; Είναι το παιδί μου!»
«Και εσύ τι είσαι; Δεν έχεις δικαίωμα στη γαλήνη;»
Την κοίταξα χωρίς να απαντήσω. Πάντα ήμουν αυτή που θυσιαζόταν για όλους – για τον άντρα μου που πέθανε νωρίς, για τον Νίκο που μεγάλωσα μόνη.
Το βράδυ εκείνο που πήρα την απόφαση, ένιωσα σαν να πεθαίνει κάτι μέσα μου. Όμως ήξερα πως αν δεν έβαζα όρια τώρα, θα χανόμουν τελείως.
Το επόμενο πρωί ξύπνησα νωρίς. Άκουσα τη Μαρία να μαζεύει ρούχα σε βαλίτσες. Ο Νίκος καθόταν στο τραπέζι της κουζίνας με σκυμμένο κεφάλι.
«Μαμά…» ψιθύρισε όταν μπήκα μέσα.
«Νίκο…»
Σήκωσε το βλέμμα του – μάτια κόκκινα από το κλάμα ή την αϋπνία.
«Δεν περίμενα ποτέ ότι θα μας διώξεις.»
Ένιωσα ένα μαχαίρι στην καρδιά.
«Δεν σας διώχνω επειδή δεν σας αγαπάω», του είπα με τρεμάμενη φωνή. «Σας διώχνω επειδή πρέπει να αγαπήσω και εμένα.»
Η Μαρία πέρασε δίπλα μου χωρίς να με κοιτάξει καν. Άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω με τη βαλίτσα της. Ο Νίκος στάθηκε για λίγο μπροστά στην πόρτα.
«Θα σε πάρω τηλέφωνο…» είπε χαμηλόφωνα.
Έμεινα μόνη στο σπίτι – πρώτη φορά μετά από χρόνια απόλυτης μοναξιάς. Στην αρχή ένιωσα ενοχές: μήπως ήμουν σκληρή; Μήπως θα μπορούσα να κάνω κάτι αλλιώς; Όμως όσο περνούσαν οι μέρες, άρχισα να αναπνέω ξανά.
Άρχισα να πηγαίνω βόλτες στη θάλασσα στη Φλοίσβο, να διαβάζω βιβλία που είχα ξεχάσει στη βιβλιοθήκη, να μιλάω με φίλες που είχα απομακρύνει χρόνια τώρα.
Ο Νίκος με πήρε τηλέφωνο μετά από δύο εβδομάδες.
«Μαμά… Συγγνώμη για όλα.»
Κλάψαμε μαζί στο τηλέφωνο. Μου είπε ότι βρήκαν ένα μικρό δυάρι στα Πατήσια και ότι προσπαθούν να τα βρουν μεταξύ τους.
Δεν ξέρω αν έκανα το σωστό ή το λάθος. Ξέρω μόνο ότι εκείνο το βράδυ διάλεξα εμένα – πρώτη φορά στη ζωή μου.
Αλήθεια… Πόσο δύσκολο είναι τελικά να αγαπάς χωρίς να χάνεις τον εαυτό σου; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;