Ανάμεσα σε Δύο Κόσμους: Έρωτας στην Οθόνη και η Πικρή Αλήθεια
«Δεν μπορείς να το κάνεις αυτό, Ελένη! Δεν τον ξέρεις καν!» Η φωνή της μητέρας μου αντηχούσε στο μικρό μας σαλόνι στη Νίκαια, γεμάτη αγωνία και θυμό. Τα χέρια της έτρεμαν καθώς κρατούσε το κινητό μου, λες και το ίδιο το τηλέφωνο ήταν ο εχθρός.
«Μάνα, σε παρακαλώ… Τον ξέρω καλύτερα απ’ όλους σας. Μιλάμε κάθε μέρα, ώρες ατελείωτες. Ξέρω πώς σκέφτεται, τι φοβάται, τι ονειρεύεται…» προσπάθησα να υπερασπιστώ τον εαυτό μου, αλλά η φωνή μου έσπασε.
Ο πατέρας μου στεκόταν σιωπηλός στη γωνία, με τα χέρια σταυρωμένα. Πάντα έτσι έκανε όταν ήθελε να δείξει πως διαφωνεί χωρίς να φωνάξει. Η μικρή μου αδερφή, η Μαρία, με κοιτούσε με μάτια γεμάτα απορία και φόβο. Ήμουν η μεγάλη, αυτή που έπρεπε να δίνει το καλό παράδειγμα. Κι όμως, ήμουν έτοιμη να παντρευτώ έναν άντρα που δεν είχα δει ποτέ από κοντά.
Όλα ξεκίνησαν πριν δύο χρόνια, όταν γνώρισα τον Νίκο σε ένα φόρουμ για ελληνική λογοτεχνία. Εκείνος από τη Θεσσαλονίκη, εγώ από την Αθήνα. Στην αρχή ήταν απλές συζητήσεις για βιβλία, μετά ήρθαν τα αστεία, οι εξομολογήσεις, τα βραδινά μηνύματα που με έκαναν να νιώθω πως κάποιος με καταλαβαίνει πραγματικά. Η φωνή του στο τηλέφωνο έγινε το νανούρισμά μου. Οι βιντεοκλήσεις μας κράτησαν συντροφιά στα πιο μοναχικά βράδια της καραντίνας.
Κάθε φορά που του μιλούσα, ξεχνούσα τις φωνές των γονιών μου, τα οικονομικά προβλήματα που μας έπνιγαν, την αβεβαιότητα για το μέλλον. Ο Νίκος ήταν το καταφύγιό μου. Μου υποσχέθηκε πως όταν τελειώσει η πανδημία, θα έρθει στην Αθήνα να με γνωρίσει. Όμως οι μήνες περνούσαν και πάντα κάτι συνέβαινε: δουλειά, οικογενειακές υποχρεώσεις, αρρώστιες.
«Ελένη, δεν είναι φυσιολογικό αυτό», μου είπε μια μέρα η Μαρία. «Πώς ξέρεις ότι είναι αυτός που λέει;»
«Το νιώθω», της απάντησα. «Και θα το αποδείξω σε όλους σας.»
Έτσι πήρα τη μεγάλη απόφαση: θα παντρευόμασταν χωρίς να έχουμε συναντηθεί ποτέ από κοντά. Ο Νίκος συμφώνησε αμέσως. «Αν αυτό θέλεις, το κάνουμε. Η αγάπη μας είναι πάνω απ’ όλα.»
Η προετοιμασία του γάμου ήταν ένας εφιάλτης. Οι γονείς μου αρνούνταν να βοηθήσουν οικονομικά. Οι συγγενείς ψιθύριζαν πίσω από την πλάτη μου: «Τι ντροπή!», «Θα την πατήσει το κορίτσι…» Μόνο η γιαγιά μου με στήριξε σιωπηλά, χαϊδεύοντας το χέρι μου κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ.
Την ημέρα του γάμου ξύπνησα με ένα βάρος στο στήθος. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή. Φόρεσα το λευκό φόρεμα που είχα νοικιάσει από ένα μικρό μαγαζί στον Πειραιά και κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη. Ήμουν όμορφη; Ήμουν τρελή;
Στην εκκλησία όλα ήταν θολά. Οι φίλες μου με αγκάλιαζαν, οι συγγενείς απέφευγαν το βλέμμα μου. Ο Νίκος δεν είχε φτάσει ακόμα. Το στομάχι μου ανακατευόταν.
«Θα έρθει;» ρώτησε ψιθυριστά η Μαρία.
«Θα έρθει», απάντησα με σιγουριά που δεν ένιωθα.
Και τότε τον είδα. Ψηλός, αδύνατος, με ένα αμήχανο χαμόγελο και μάτια γεμάτα αγωνία. Ήταν όπως στις φωτογραφίες – σχεδόν. Κάτι όμως έλειπε… Μια ζεστασιά, μια σπίθα που περίμενα να νιώσω όταν θα τον έβλεπα από κοντά.
Η τελετή κύλησε μηχανικά. Τα χέρια μας ενώθηκαν μπροστά στον παπά, αλλά τα δάχτυλά του ήταν κρύα σαν πάγος. Με φίλησε στα χείλη – ένα φιλί άγνωστο, ξένο.
Το βράδυ στο σπίτι που είχαμε νοικιάσει για τη νύχτα του γάμου, καθίσαμε αντικριστά στο κρεβάτι. Η σιωπή ανάμεσά μας ήταν εκκωφαντική.
«Ελένη…» ξεκίνησε διστακτικά ο Νίκος. «Δεν ξέρω πώς να σου το πω…»
«Τι;» Η φωνή μου έτρεμε.
«Δεν είμαι αυτός που νόμιζες.»
Ένιωσα το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου.
«Τι εννοείς;»
«Σου είπα ψέματα για πολλά πράγματα… Δεν έχω δουλειά εδώ και μήνες. Ζω ακόμα με τους γονείς μου. Έχω χρέη… Δεν ήθελα να σε χάσω.»
Έκλαψα εκείνο το βράδυ όσο δεν είχα κλάψει ποτέ στη ζωή μου. Όλα όσα είχα χτίσει μέσα μου κατέρρευσαν σε μια στιγμή. Ο Νίκος δεν ήταν ο ήρωας που είχα πλάσει στο μυαλό μου – ήταν ένας άνθρωπος πληγωμένος, φοβισμένος, όπως κι εγώ.
Τις επόμενες μέρες προσπαθήσαμε να σώσουμε ό,τι είχε απομείνει από τη σχέση μας. Ζήσαμε μαζί για λίγο στην Αθήνα, αλλά οι καβγάδες ήταν καθημερινοί: για τα λεφτά που δεν υπήρχαν, για τις δουλειές που δεν έβρισκε, για τη μοναξιά που ένιωθα δίπλα του.
Οι γονείς μου δεν ήθελαν ούτε να τον βλέπουν. «Σου τα λέγαμε!» φώναζε η μητέρα μου κάθε φορά που περνούσα το κατώφλι του σπιτιού τους.
Η Μαρία προσπαθούσε να με στηρίξει: «Δεν φταις εσύ… Όλοι κάνουμε λάθη.»
Μια μέρα ο Νίκος μάζεψε τα πράγματά του και έφυγε χωρίς να πει λέξη. Άφησε μόνο ένα σημείωμα: «Συγγνώμη που σε απογοήτευσα.»
Έμεινα μόνη σε ένα άδειο διαμέρισμα, με τα όνειρά μου σπασμένα γύρω μου σαν γυαλιά στο πάτωμα. Για μήνες δεν μπορούσα να κοιμηθώ χωρίς να σκέφτομαι τι πήγε στραβά. Ήμουν αφελής; Ή μήπως απλώς ήθελα τόσο πολύ να πιστέψω στην αγάπη;
Σήμερα, δύο χρόνια μετά, δουλεύω σε ένα μικρό βιβλιοπωλείο στο κέντρο της Αθήνας. Έχω αρχίσει να ξαναβρίσκω τον εαυτό μου – λίγο λίγο, μέρα με τη μέρα. Οι πληγές υπάρχουν ακόμα, αλλά έγιναν μέρος της ιστορίας μου.
Συχνά αναρωτιέμαι: Μπορεί άραγε η αγάπη να επιβιώσει ανάμεσα σε δύο κόσμους – τον εικονικό και τον πραγματικό; Ή μήπως τελικά πρέπει πρώτα να αγαπήσουμε τον εαυτό μας πριν ζητήσουμε την αγάπη των άλλων;