«Μαζεύεις ό,τι σπέρνεις»: Ο άντρας μου πίστευε πως το ρύζι μάς φτάνει για μήνα – τώρα το ζει στο πετσί του…
«Δεν καταλαβαίνεις, Μαρία! Τα λεφτά δεν φτάνουν, πρέπει να κάνουμε οικονομία. Το ρύζι είναι φτηνό, θρεπτικό και μας φτάνει για έναν μήνα!»
Τα λόγια του Νίκου αντηχούσαν ακόμα στ’ αυτιά μου, καθώς κοίταζα το άδειο τραπέζι της κουζίνας. Ήταν βράδυ, τα παιδιά είχαν ήδη πέσει για ύπνο, κι εγώ έβραζα από θυμό. Πόσες φορές να του εξηγήσω ότι δεν γίνεται να μεγαλώνεις δύο παιδιά με μόνο ρύζι και λίγο λάδι; Πόσες φορές να του πω ότι η ζωή δεν είναι μόνο λογαριασμοί και κουκιά μετρημένα;
«Νίκο, δεν είμαστε στη δεκαετία του ’50! Τα παιδιά χρειάζονται φρούτα, λαχανικά, πρωτεΐνη…»
Με διέκοψε απότομα, σηκώνοντας το χέρι του με εκείνο το γνωστό ύφος: «Μαρία, φτάνει! Δεν έχουμε άλλα λεφτά. Αν θες να τρως φιλέτα και σολομούς, πήγαινε στη μαμά σου!»
Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου. Δεν ήταν μόνο η προσβολή. Ήταν η αδιαφορία του, η σκληρότητα που είχε μπει ανάμεσά μας τα τελευταία χρόνια. Από τότε που έκλεισε το μαγαζί του πατέρα του και βρέθηκε άνεργος, ο Νίκος είχε γίνει άλλος άνθρωπος. Κλειστός, νευρικός, τσιγκούνης μέχρι αηδίας.
Εκείνο το βράδυ πήρα μια απόφαση. Αν τόσο πολύ πιστεύει ότι το ρύζι μάς φτάνει για έναν μήνα, ας το δοκιμάσει. Θα μαγείρευα μόνο ρύζι. Ρύζι βραστό, ρύζι με λίγο λάδι, ρύζι με νερό. Τίποτα άλλο. Να δούμε πόσο θα αντέξει.
Την επόμενη μέρα ξύπνησα νωρίς. Τα παιδιά, ο Γιώργος και η Ελένη, ήρθαν στην κουζίνα νυσταγμένα.
«Μαμά, τι έχει για πρωινό;»
«Ρυζόγαλο», απάντησα χαμογελώντας ψεύτικα.
Ο Νίκος με κοίταξε περίεργα αλλά δεν είπε τίποτα. Το μεσημέρι έφτιαξα πιλάφι. Το βράδυ ξανά ρυζόγαλο. Την τρίτη μέρα τα παιδιά άρχισαν να παραπονιούνται.
«Μαμά, δεν έχεις τίποτα άλλο;»
«Όχι αγάπη μου, αυτό έχουμε.»
Ο Νίκος άρχισε να δυσανασχετεί. «Δεν μπορείς να βρεις καμιά φακή; Έστω λίγα μακαρόνια;»
Τον κοίταξα στα μάτια: «Εσύ δεν είπες ότι το ρύζι μάς φτάνει;»
Την τέταρτη μέρα ήρθε η πεθερά μου απρόσκλητη. Μπήκε στην κουζίνα και μύρισε τον αχνό του ρυζιού.
«Μαρία, πάλι ρύζι; Τα παιδιά θα αρρωστήσουν!»
Ο Νίκος προσπάθησε να την καλμάρει: «Μάνα, μην ανακατεύεσαι.»
Εκείνη όμως δεν σταματούσε: «Εγώ μεγάλωσα τρία παιδιά με ψωμί και ελιές, αλλά όχι έτσι! Να δώσεις στα παιδιά φαΐ!»
Ένιωσα τα μάτια μου να γεμίζουν δάκρυα από τα νεύρα και την αδικία. Δεν ήξερε τίποτα για τον αγώνα μας. Μόνο να κρίνει ήξερε.
Το βράδυ ο Νίκος ήρθε κοντά μου καθώς έπλενα τα πιάτα.
«Μαρία… ίσως να είχες δίκιο. Τα παιδιά είναι χλωμά.»
Γύρισα και τον κοίταξα κατάματα: «Δεν είναι μόνο τα παιδιά. Κι εγώ δεν αντέχω άλλο αυτή τη ζωή.»
Σιωπή. Μόνο ο ήχος του νερού στο νεροχύτη.
Την επόμενη μέρα πήγα στη λαϊκή αγορά με τα τελευταία πέντε ευρώ που είχα κρυμμένα στο πορτοφόλι μου. Αγόρασα δύο μήλα και λίγα φασολάκια. Όταν γύρισα σπίτι, τα παιδιά έτρεξαν πάνω μου.
«Μαμά! Μήλα!»
Τα μάτια τους έλαμψαν από χαρά. Ο Νίκος στεκόταν στην πόρτα και με κοιτούσε αμίλητος.
Το ίδιο βράδυ καθίσαμε όλοι μαζί στο τραπέζι. Έβαλα τα μήλα στη μέση και μοίρασα τα φασολάκια σε τέσσερα πιάτα.
Ο Νίκος έσκυψε το κεφάλι.
«Συγγνώμη», ψιθύρισε.
Δεν απάντησα αμέσως. Ήθελα να δω αν το εννοούσε ή αν ήταν απλώς μια στιγμή αδυναμίας.
Τις επόμενες μέρες προσπάθησε να βοηθήσει περισσότερο στο σπίτι. Έψαξε για δουλειά πιο ενεργά, πήγε μέχρι και στον ξάδερφό του τον Στέλιο για να ζητήσει μεροκάματο στη λαχαναγορά.
Ένα βράδυ, καθώς καθόμασταν στο μπαλκόνι κοιτώντας τα φώτα της πόλης, μου είπε:
«Ξέρεις… όταν έχασα τη δουλειά μου ένιωσα άχρηστος. Σαν να μην μπορώ να προσφέρω τίποτα στην οικογένειά μας. Γι’ αυτό έγινα έτσι… σκληρός.»
Έβαλα το χέρι μου πάνω στο δικό του.
«Δεν θέλω να είσαι σκληρός. Θέλω να είσαι εδώ – μαζί μας.»
Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. Δεν τον είχα ξαναδεί έτσι ποτέ.
Την επόμενη εβδομάδα βρήκε τελικά δουλειά σε ένα μικρό μανάβικο στη γειτονιά μας. Ο μισθός λίγος, αλλά αρκετός για να αγοράσουμε κάτι παραπάνω από ρύζι.
Η ζωή μας δεν έγινε ξαφνικά εύκολη ή πλούσια. Αλλά κάτι άλλαξε ανάμεσά μας. Μιλούσαμε περισσότερο, γελούσαμε ξανά – έστω και λίγο.
Κάποιες φορές σκέφτομαι αν έκανα καλά που τον άφησα να δοκιμάσει τη «θεραπεία» του ρυζιού. Ίσως ήταν σκληρό από μέρους μου… Ίσως όμως ήταν ο μόνος τρόπος να καταλάβει πώς νιώθω τόσα χρόνια μόνη στον αγώνα.
Τώρα που όλα έχουν περάσει, αναρωτιέμαι: αξίζει τελικά η εκδίκηση; Ή μήπως πληγώνει περισσότερο εμάς τους ίδιους;
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα αντέχατε έναν μήνα μόνο με ρύζι; Ή θα προσπαθούσατε αλλιώς να σώσετε την οικογένειά σας;