«Δεν θα την αφήσεις να ζήσει, Αλέξανδρε;» – Η νύχτα που άλλαξε για πάντα τη ζωή μας στο νοσοκομείο
«Αλέξανδρε, σε παρακαλώ… όχι εδώ, όχι τώρα!» Η φωνή της Μαρίας έτρεμε, σχεδόν ψιθύριζε μέσα στη νύχτα του νοσοκομείου. Ήμουν ξαπλωμένη, ανήμπορη, με σωληνάκια να με κρατούν στη ζωή. Επτά μηνών έγκυος, τρεις μέρες σε κώμα. Άκουγα τα πάντα, μα δεν μπορούσα να κουνηθώ. Ήμουν παγιδευμένη στο ίδιο μου το σώμα.
Άκουσα τα βήματα του Αλέξανδρου να πλησιάζουν το κρεβάτι μου. «Τώρα ή ποτέ. Δεν αντέχω άλλο αυτή τη ζωή. Θέλω να είμαι μαζί σου, Μαρία. Αν ξυπνήσει… όλα θα τελειώσουν για εμάς.»
Η Μαρία έκλαψε σιωπηλά. «Είναι έγκυος, Αλέξανδρε! Το παιδί σου…»
«Δεν ξέρω αν είναι δικό μου! Ξέρεις τι μου είπε ο πατέρας της; Ότι δεν θα με αφήσει να πάρω τίποτα από την περιουσία αν δεν μείνει η Ιωάννα μαζί μου. Δεν αντέχω άλλο!»
Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή. Ήθελα να ουρλιάξω, να τους σταματήσω. Αλλά το σώμα μου δεν υπάκουε.
Ξαφνικά, η πόρτα άνοιξε αθόρυβα. Ο πατέρας μου, ο κύριος Στέλιος, στεκόταν στη σκιά. Τα μάτια του γυάλιζαν από θυμό και πόνο. Δεν μίλησε. Μόνο κοίταξε τον Αλέξανδρο και τη Μαρία με βλέμμα που πάγωνε το αίμα.
Ο Αλέξανδρος έκανε ένα βήμα πίσω. «Κύριε Στέλιο… δεν είναι αυτό που νομίζετε…»
Ο πατέρας μου πλησίασε αργά. «Αλέξανδρε, αν τολμήσεις να αγγίξεις την κόρη μου ή το εγγόνι μου… θα σε θάψω με τα ίδια μου τα χέρια.»
Η Μαρία έτρεμε. «Συγγνώμη… δεν ήθελα…»
Ο πατέρας μου γύρισε προς το μέρος μου. Έσκυψε πάνω από το πρόσωπό μου και ψιθύρισε: «Ιωάννα, αν με ακούς, πάλεψε. Μην τους αφήσεις να σε νικήσουν.»
Ένα δάκρυ κύλησε από το μάτι μου. Ο πατέρας μου το είδε και χαμογέλασε πικρά.
Ο Αλέξανδρος άρπαξε τη Μαρία από το χέρι και βγήκαν τρέχοντας από το δωμάτιο. Ο πατέρας μου κάθισε δίπλα μου όλη τη νύχτα, κρατώντας το χέρι μου.
Τις επόμενες μέρες, ο Αλέξανδρος εξαφανίστηκε. Η Μαρία επίσης. Οι γιατροί έλεγαν ότι η κατάστασή μου ήταν κρίσιμη αλλά σταθερή. Ο πατέρας μου δεν έφυγε στιγμή από κοντά μου.
Μια εβδομάδα αργότερα, άνοιξα τα μάτια μου. Ο πατέρας μου έκλαιγε από χαρά. «Γύρισες, κορίτσι μου!»
Όταν συνήλθα αρκετά για να μιλήσω, του ζήτησα να μου πει όλη την αλήθεια. Μου τα είπε όλα: πώς ο Αλέξανδρος είχε σχέδιο να με σκοτώσει για να πάρει την περιουσία και να ζήσει με τη Μαρία. Πώς ο ίδιος είχε δει τα πάντα εκείνο το βράδυ και τους είχε σταματήσει την τελευταία στιγμή.
Ένιωσα προδομένη, διαλυμένη. Το παιδί μέσα μου κουνήθηκε απαλά – ήταν το μόνο που με κρατούσε όρθια.
Η μητέρα μου ήρθε στο νοσοκομείο λίγες μέρες μετά. «Ιωάννα, πρέπει να σκεφτείς το παιδί σου τώρα. Ο Αλέξανδρος δεν αξίζει ούτε ένα δάκρυ σου.»
«Μαμά… πώς μπόρεσε; Πώς μπόρεσε να θέλει να μας σκοτώσει;»
«Η απληστία τυφλώνει τους ανθρώπους, παιδί μου.»
Οι μέρες περνούσαν αργά. Κάθε βράδυ ξαναζούσα εκείνη τη νύχτα στον ύπνο μου: τη φωνή της Μαρίας, τα λόγια του Αλέξανδρου, το βλέμμα του πατέρα μου.
Όταν ήρθε η ώρα να γεννήσω, φοβόμουν ότι κάτι θα πάει στραβά. Ο πατέρας μου ήταν εκεί, κρατώντας το χέρι μου όπως τότε.
Γέννησα ένα υγιέστατο κοριτσάκι – την ονόμασα Ελπίδα.
Ο Αλέξανδρος δεν εμφανίστηκε ποτέ ξανά στη ζωή μας. Έμαθα αργότερα ότι είχε φύγει για τη Γερμανία με τη Μαρία – κανείς δεν τους ξαναείδε.
Έμεινα μόνη με το παιδί και τους γονείς μου. Ήταν δύσκολα – οικονομικά και ψυχολογικά. Η κοινωνία του χωριού μας κουτσομπόλευε: «Η Ιωάννα παράτησε τον άντρα της», «Το παιδί της είναι νόθο», «Ο πατέρας της τα ήξερε όλα». Κανείς δεν ήξερε την αλήθεια.
Έπιασα δουλειά στο φαρμακείο του χωριού για να τα βγάλω πέρα. Τα βράδια έκλαιγα σιωπηλά – όχι για τον Αλέξανδρο, αλλά για την αθωότητα που έχασα εκείνη τη νύχτα.
Η Ελπίδα μεγάλωνε και κάθε φορά που με ρωτούσε για τον πατέρα της, ένιωθα μια μαχαιριά στην καρδιά.
«Μαμά, γιατί δεν έχουμε μπαμπά;»
«Γιατί έχουμε τον καλύτερο παππού του κόσμου», της απαντούσα και την αγκάλιαζα σφιχτά.
Τα χρόνια πέρασαν. Έμαθα να συγχωρώ – όχι τον Αλέξανδρο, αλλά τον εαυτό μου που κάποτε πίστεψα στα ψέματά του.
Σήμερα, κοιτάζω την κόρη μου και αναρωτιέμαι: Πόση δύναμη μπορεί να κρύβει μια γυναίκα όταν όλα γύρω της καταρρέουν; Θα μπορούσατε εσείς να συγχωρήσετε μια τέτοια προδοσία;