Πρωτοχρονιά στην Αθήνα: Ανάμεσα σε πυροτεχνήματα και σιωπές που ραγίζουν
«Σταμάτα, Μαρία! Δεν μπορείς να μου χαλάς κάθε γιορτή!» Η φωνή του Νίκου αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου, πιο δυνατή κι από τα πυροτεχνήματα που σκίζουν τον αθηναϊκό ουρανό. Στέκομαι στο μπαλκόνι του διαμερίσματός μας στο Παγκράτι, με το ποτήρι του κρασιού να τρέμει στο χέρι μου. Τα φώτα της πόλης λαμπυρίζουν, αλλά μέσα μου όλα είναι σκοτεινά.
«Δεν σου χαλάω τίποτα, Νίκο. Απλώς… κουράστηκα. Θέλω λίγη ησυχία απόψε. Δεν αντέχω άλλο αυτή τη φασαρία, τα ψεύτικα χαμόγελα, το θέατρο μπροστά στους φίλους σου», ψιθυρίζω, ξέροντας πως δεν θα με ακούσει. Ή μάλλον, δεν θέλει να με ακούσει.
Η Πρωτοχρονιά στην Ελλάδα είναι πάντα μια γιορτή γεμάτη προσδοκίες. Από μικρή θυμάμαι τη μάνα μου να στρώνει το τραπέζι με τα καλά σερβίτσια, τον πατέρα μου να φωνάζει στα παιδιά να μην τρέχουν μέσα στο σπίτι, τη γιαγιά να κόβει τη βασιλόπιτα με το χέρι να τρέμει από συγκίνηση. Τότε πίστευα πως όλα αυτά ήταν αγάπη. Τώρα καταλαβαίνω πως ήταν απλώς μια προσπάθεια να κρατηθεί η οικογένεια ενωμένη, έστω και με ψέματα.
Ο Νίκος πάντα ήθελε να φαίνεται. Να κάνει τους πάντες να γελούν, να είναι το κέντρο της προσοχής. Εγώ ήθελα απλώς να νιώθω ασφαλής. Να ξέρω πως όταν κλείνει η πόρτα του σπιτιού μας, δεν χρειάζεται να προσποιούμαι τίποτα. Αλλά απόψε, όπως κάθε Πρωτοχρονιά τα τελευταία πέντε χρόνια, βρισκόμαστε ξανά στο ίδιο έργο θεατές.
«Έλα μέσα, σε παρακαλώ. Οι φίλοι μας ρωτάνε πού είσαι», λέει ο Νίκος, προσπαθώντας να κρατήσει το χαμόγελο του οικοδεσπότη.
«Δεν μπορώ. Θέλω λίγο χρόνο μόνη μου», απαντώ και νιώθω τα μάτια μου να βουρκώνουν.
Ακούω τη φωνή της μητέρας μου στο μυαλό μου: «Μην αφήνεις ποτέ τον άντρα σου μόνο του στη γιορτή. Θα νομίζει πως δεν τον αγαπάς». Μα τι γίνεται όταν νιώθεις πως εσύ έχεις μείνει μόνη μέσα στον ίδιο σου το σπίτι;
Οι καλεσμένοι γελούν στο σαλόνι. Η Άννα, η κολλητή μου από το σχολείο, με κοιτάζει με ανησυχία κάθε φορά που περνάει από την μπαλκονόπορτα. Ο Πέτρος, ο αδερφός του Νίκου, κάνει αστεία για το πόσο «σοβαρή» είμαι πάντα. Κανείς δεν βλέπει το ρήγμα που μεγαλώνει ανάμεσά μας.
Θυμάμαι την πρώτη μας Πρωτοχρονιά μαζί. Ήμασταν φοιτητές στη Θεσσαλονίκη. Φάγαμε σουβλάκια στο χέρι και περπατήσαμε στην παραλία μέχρι τα ξημερώματα. Τότε ο Νίκος μιλούσε για όνειρα, όχι για εντυπώσεις. Τότε γελούσαμε αληθινά.
Η πόρτα του μπαλκονιού ανοίγει απότομα. Ο Νίκος στέκεται μπροστά μου, τα μάτια του γυαλίζουν από θυμό και αλκοόλ.
«Δεν αντέχω άλλο αυτή τη μιζέρια σου! Όλοι οι άλλοι περνάνε καλά κι εσύ… εσύ πάντα βρίσκεις κάτι να χαλάσεις!»
«Δεν θέλω να χαλάσω τίποτα! Θέλω απλώς να είμαι ο εαυτός μου! Δεν μπορώ άλλο να προσποιούμαι!»
Η φωνή μου σπάει. Για μια στιγμή νομίζω πως θα με αγκαλιάσει, θα πει «συγγνώμη», θα καταλάβει. Αντί γι’ αυτό, κλείνει την πόρτα πίσω του με δύναμη.
Μένω μόνη στο κρύο. Τα πυροτεχνήματα σκάνε πάνω από την Ακρόπολη και οι άνθρωποι αγκαλιάζονται στους δρόμους. Εγώ νιώθω πιο μόνη από ποτέ.
Το κινητό μου χτυπάει. Είναι η μητέρα μου.
«Χρόνια πολλά, κορίτσι μου! Πώς περνάτε;»
«Καλά, μαμά… Όλα καλά», ψεύδομαι.
«Να προσέχεις τον Νίκο. Οι άντρες θέλουν προσοχή αυτές τις μέρες», λέει με εκείνο το γνώριμο τόνο που πάντα με έκανε να νιώθω λίγη.
Κλείνω το τηλέφωνο και σκέφτομαι πόσα χρόνια ζω για τους άλλους. Για τη μάνα μου, για τον Νίκο, για τους φίλους που περιμένουν να είμαι πάντα χαμογελαστή και δυνατή.
Η Άννα βγαίνει στο μπαλκόνι.
«Μαρία… τι συμβαίνει;»
«Τίποτα… απλώς κουράστηκα.»
Με αγκαλιάζει σφιχτά.
«Δεν χρειάζεται να κάνεις πάντα αυτό που περιμένουν οι άλλοι», ψιθυρίζει.
Τα λόγια της μένουν μαζί μου όλο το βράδυ. Όταν οι καλεσμένοι φεύγουν και το σπίτι βυθίζεται στη σιωπή, ο Νίκος κάθεται απέναντί μου στον καναπέ.
«Συγγνώμη», λέει τελικά. «Απλώς… φοβάμαι πως αν δεν είμαστε “τέλειοι”, θα φύγεις.»
Τον κοιτάζω στα μάτια για πρώτη φορά μετά από μήνες.
«Δεν θέλω τελειότητα, Νίκο. Θέλω αλήθεια.»
Η σιωπή ανάμεσά μας είναι βαριά. Ξέρω πως τίποτα δεν θα αλλάξει μέσα σε μια νύχτα. Ξέρω όμως πως απόψε έσπασα τη σιωπή που με έπνιγε τόσα χρόνια.
Όταν ξημερώνει και η Αθήνα ξυπνάει κάτω από το γκρίζο ουρανό της πρώτης μέρας του χρόνου, νιώθω πιο ελεύθερη – κι ας μην ξέρω τι θα φέρει το αύριο.
Άραγε αξίζει να θυσιάζουμε τη δική μας φωνή για μια εύθραυστη αρμονία; Ή μήπως η αληθινή αγάπη αρχίζει όταν τολμάμε να μιλήσουμε;