«Την Κυριακή το πρωί με ξύπνησε η σιωπή»: Η ιστορία μιας απώλειας στην Αθήνα
«Πού είσαι, Νίκο; Πού είσαι;» ψιθύρισα, κοιτάζοντας το άδειο κρεβάτι. Δεν ήταν η πρώτη φορά που ξυπνούσα πριν από εκείνον, αλλά αυτή τη φορά η σιωπή είχε βάρος. Δεν ακουγόταν τίποτα – ούτε το ελαφρύ ροχαλητό του, ούτε το τρίξιμο της πόρτας του μπάνιου, ούτε καν ο ήχος της καφετιέρας που πάντα ξεχνούσε ανοιχτή.
Σηκώθηκα αργά, με μια παράξενη αίσθηση στο στομάχι. Πήγα στην ντουλάπα. Τα ρούχα του είχαν εξαφανιστεί. Το κινητό του ήταν κλειστό. Στο τραπέζι της κουζίνας, εκεί που συνήθως άφηνε τα κλειδιά του, υπήρχε μόνο ένα παλιό εισιτήριο του μετρό. Ένιωσα το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου.
«Μαμά, πού είναι ο μπαμπάς;» Η φωνή της μικρής μου κόρης, της Ελένης, με τράνταξε πίσω στην πραγματικότητα. Την κοίταξα – τα μάτια της γεμάτα απορία και φόβο. Τι να της πω; Ότι ο πατέρας της έφυγε χωρίς να πει λέξη;
«Πήγε να πάρει ψωμί, αγάπη μου», ψέλλισα, νιώθοντας ενοχές για το ψέμα. Ήξερα όμως πως δεν θα γύριζε σύντομα.
Η μέρα κύλησε βασανιστικά αργά. Η μάνα μου με πήρε τηλέφωνο τρεις φορές. «Τι έχεις; Ακούγεσαι περίεργα.» Δεν ήθελα να της πω τίποτα – ήξερα πως θα έριχνε το φταίξιμο σε μένα. Πάντα έτσι έκανε. «Αν ήσουν πιο υπομονετική, αν δεν του φώναζες για τα λεφτά…»
Το βράδυ, όταν έβαλα την Ελένη για ύπνο, κάθισα στο πάτωμα του σαλονιού και άρχισα να κλαίω σιωπηλά. Σκεφτόμουν όλα όσα είχαν προηγηθεί: τους καβγάδες για τα οικονομικά, το άγχος για τη δουλειά του που όλο κινδύνευε να χαθεί, τις ατελείωτες ώρες που περνούσε στο μπαλκόνι καπνίζοντας και κοιτώντας την Αθήνα από ψηλά.
Θυμήθηκα εκείνο το βράδυ πριν δύο εβδομάδες:
«Δεν αντέχω άλλο αυτή τη ζωή», είχε πει ο Νίκος, με τα μάτια καρφωμένα στο πάτωμα.
«Κι εγώ τι να πω; Νομίζεις ότι είναι εύκολο για μένα;» του είχα απαντήσει, προσπαθώντας να συγκρατήσω τα δάκρυά μου.
«Δεν με καταλαβαίνεις. Κανείς δεν με καταλαβαίνει.»
Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκε στον καναπέ. Από τότε, κάτι είχε αλλάξει ανάμεσά μας.
Τις επόμενες μέρες έψαξα παντού – σε φίλους, στη δουλειά του, ακόμα και στο παλιό του στέκι στα Εξάρχεια. Κανείς δεν ήξερε τίποτα ή έτσι έλεγαν. Η μάνα του με πήρε τηλέφωνο:
«Τι του έκανες και έφυγε;»
«Δεν ξέρω, κυρία Μαρία… Δεν ξέρω.»
«Πάντα ήσουν δύσκολη. Ο γιος μου δεν άντεχε άλλο.»
Έκλεισα το τηλέφωνο με τρεμάμενα χέρια. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή. Πόσο εύκολο είναι να ρίχνεις το φταίξιμο στον άλλον;
Η Ελένη άρχισε να αλλάζει. Έγινε πιο σιωπηλή, πιο νευρική. Ένα βράδυ την άκουσα να μιλάει στον ύπνο της: «Μπαμπά, γύρνα πίσω…» Ένιωσα ότι την πρόδωσα.
Στη δουλειά δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ. Η προϊσταμένη μου, η κυρία Στέλλα, με κάλεσε στο γραφείο της:
«Όλγα, όλα καλά; Είσαι αλλού τελευταία.»
«Έχω κάποια οικογενειακά θέματα…»
«Ξέρεις ότι μπορείς να πάρεις άδεια αν χρειαστείς.»
Δεν ήθελα να λυπηθούν για μένα. Ήθελα μόνο να βρω μια απάντηση.
Ένα απόγευμα χτύπησε το κουδούνι. Ήταν ο αδερφός μου, ο Γιώργος.
«Τι έγινε; Άκουσα ότι ο Νίκος…»
«Δεν ξέρω πού είναι», του είπα και ξέσπασα σε κλάματα.
«Θες να πάμε μια βόλτα; Να πάρεις αέρα;»
Περπατήσαμε στην Πανεπιστημίου, ανάμεσα σε κόσμο που έμοιαζε τόσο ξένος. Ο Γιώργος προσπάθησε να με κάνει να γελάσω με ιστορίες από τα παιδικά μας χρόνια, αλλά εγώ ήμουν αλλού.
«Μήπως πρέπει να τον αφήσεις; Να κοιτάξεις μπροστά;»
«Και πώς αφήνεις κάποιον που ήταν όλη σου η ζωή;»
Οι μέρες έγιναν εβδομάδες. Τα χρήματα λιγόστευαν – ο Νίκος είχε αφήσει πίσω του μόνο χρέη και λογαριασμούς απλήρωτους. Έτρεχα στις τράπεζες, στους δικηγόρους, στη ΔΕΗ που απειλούσε να μας κόψει το ρεύμα.
Η μάνα μου ήρθε σπίτι μια μέρα με ταπεράκια γεμάτα φαγητό.
«Δεν μπορείς να συνεχίσεις έτσι», είπε αυστηρά.
«Και τι να κάνω; Να τον ξεχάσω;»
«Να σκεφτείς το παιδί σου.»
Ήξερα ότι είχε δίκιο. Έπρεπε να σταθώ στα πόδια μου – για την Ελένη αν όχι για μένα.
Ένα βράδυ βρήκα ένα γράμμα κάτω από την πόρτα. Ήταν από τον Νίκο:
«Συγγνώμη που έφυγα έτσι. Δεν άντεχα άλλο τη ζωή που ζούσαμε – ούτε εσένα ούτε εμένα. Δεν φταις εσύ, φταίμε κι οι δύο. Ίσως κάποτε καταφέρω να σου εξηγήσω καλύτερα. Φρόντισε την Ελένη μας.»
Το διάβασα ξανά και ξανά μέχρι που τα γράμματα θόλωσαν από τα δάκρυα.
Πέρασαν μήνες μέχρι να αρχίσω να ανασαίνω ξανά κανονικά. Η Ελένη μεγάλωσε απότομα – έμαθε να ζει χωρίς τον πατέρα της, όπως κι εγώ έμαθα να ζω χωρίς τον άντρα μου.
Σήμερα, χρόνια μετά, κάθομαι στο ίδιο σαλόνι και σκέφτομαι εκείνο το πρωινό της Κυριακής που η σιωπή άλλαξε τη ζωή μας για πάντα.
Μήπως τελικά η σιωπή λέει περισσότερα από τις λέξεις; Μήπως όλοι μας κρύβουμε μια φυγή μέσα μας;