Βοήθησα την πρώην νύφη μου και ο γιος μου με διέγραψε – Μπορεί μια μάνα να μην πάρει το μέρος του παιδιού της;
«Μάνα, δεν το πιστεύω ότι το έκανες αυτό! Με πρόδωσες!»
Η φωνή του Νίκου αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου, σαν να μην πέρασε ούτε λεπτό από εκείνο το βράδυ. Στεκόταν στην κουζίνα, τα χέρια του σφιγμένα σε γροθιές, τα μάτια του γεμάτα απογοήτευση και θυμό. Κι εγώ, με την πλάτη κολλημένη στον πάγκο, προσπαθούσα να βρω λόγια να του εξηγήσω. Πώς να εξηγήσεις όμως σε ένα παιδί σου ότι η αγάπη δεν έχει πλευρές;
Όλα ξεκίνησαν πριν από δύο μήνες, όταν η Μαρία –η πρώην νύφη μου– χτύπησε την πόρτα μου ένα απόγευμα με τα μάτια πρησμένα από το κλάμα. «Συγγνώμη που έρχομαι έτσι, κυρία Ελένη, αλλά δεν έχω πού αλλού να πάω», είπε με σπασμένη φωνή. Την κάλεσα μέσα χωρίς δεύτερη σκέψη. Ήξερα πως ο Νίκος και η Μαρία είχαν χωρίσει άσχημα, με φωνές και βαριές κουβέντες, αλλά ποτέ δεν φαντάστηκα ότι θα έφτανε στο σημείο να ζητήσει τη βοήθειά μου.
«Τι έγινε, κορίτσι μου;» τη ρώτησα, ενώ της έβαζα ένα ποτήρι νερό. Εκείνη έτρεμε ολόκληρη. «Με πέταξαν έξω από το σπίτι. Ο ιδιοκτήτης θέλει το διαμέρισμα πίσω και δεν έχω πού να μείνω μέχρι να βρω κάτι άλλο. Δεν ήθελα να σε ανακατέψω, αλλά…»
Δεν χρειάστηκε να πει περισσότερα. Της πρότεινα αμέσως να μείνει στο παλιό δωμάτιο του Νίκου για λίγες μέρες. Ήξερα πως αν το μάθαινε ο γιος μου, θα θύμωνε. Αλλά τι να έκανα; Να αφήσω ένα νέο κορίτσι στον δρόμο; Η Μαρία ήταν για χρόνια σαν κόρη μου. Πόνεσα όταν χώρισαν, αλλά ποτέ δεν σταμάτησα να τη νοιάζομαι.
Τις επόμενες μέρες προσπαθούσα να κρατήσω χαμηλούς τόνους. Η Μαρία έβρισκε δουλειές από εδώ κι από εκεί, έψαχνε σπίτι, βοηθούσε στο σπίτι όσο μπορούσε. Κάθε βράδυ καθόμασταν στην κουζίνα και μιλούσαμε για τα πάντα: για τα όνειρά της, για τα λάθη που έγιναν στον γάμο της με τον Νίκο, για το πώς ένιωθε μόνη στην Αθήνα χωρίς οικογένεια. Κάποιες φορές έκλαιγε σιωπηλά πάνω από το τσάι της κι εγώ της χάιδευα τα μαλλιά όπως τότε που ήταν νύφη μου.
Όμως τίποτα δεν μένει κρυφό σε μια γειτονιά σαν τη δική μας. Η κυρά-Σοφία από απέναντι είδε τη Μαρία να μπαίνει στο σπίτι και δεν άργησε να το πει στον Νίκο. Εκείνος ήρθε θυμωμένος, σχεδόν τρέχοντας.
«Τι δουλειά έχει αυτή εδώ;» φώναξε μόλις μπήκε.
Προσπάθησα να του εξηγήσω: «Νίκο μου, η Μαρία περνάει δύσκολα. Δεν μπορούσα να την αφήσω στον δρόμο.»
«Και μένα; Εμένα με σκέφτηκες; Πώς μπορείς να παίρνεις το μέρος της;»
«Δεν παίρνω κανενός το μέρος! Απλώς βοηθάω έναν άνθρωπο που έχει ανάγκη.»
«Είναι η πρώην γυναίκα μου! Με πλήγωσε όσο κανείς! Και τώρα εσύ…»
Δεν με άφησε να τελειώσω. Έφυγε χτυπώντας την πόρτα τόσο δυνατά που ράγισε το τζάμι.
Από εκείνη τη μέρα ο Νίκος δεν μου μιλάει. Δεν απαντάει στα τηλέφωνα, ούτε στα μηνύματα. Τον βλέπω μόνο τυχαία στη λαϊκή ή στο φούρνο και κάνει πως δεν με γνωρίζει. Οι φίλες μου λένε πως θα του περάσει, πως οι άντρες είναι εγωιστές και ξεροκέφαλοι. Αλλά εγώ ξέρω τον γιο μου: όταν πληγώνεται, χτίζει τείχη γύρω του.
Η Μαρία βρήκε τελικά ένα μικρό διαμέρισμα στα Πατήσια και έφυγε μετά από δύο εβδομάδες. Μου άφησε ένα σημείωμα: «Σας ευχαριστώ για όλα, κυρία Ελένη. Είσαστε η μόνη οικογένεια που είχα ποτέ.» Το κράτησα στο κομοδίνο μου και κάθε βράδυ το διαβάζω ξανά και ξανά.
Οι μέρες περνούν αργά χωρίς τον Νίκο. Το σπίτι είναι ήσυχο, σχεδόν νεκρό. Κοιτάζω τις φωτογραφίες μας στους τοίχους –από τότε που ήταν μικρός, από τις διακοπές στη Χαλκιδική, από τον γάμο του με τη Μαρία– και αναρωτιέμαι αν θα ξαναγεμίσει ποτέ αυτό το σπίτι με γέλια.
Η αδερφή μου η Κατερίνα με μαλώνει: «Έκανες λάθος! Έπρεπε να σταθείς στο πλευρό του παιδιού σου! Οι μάνες πάντα διαλέγουν τα παιδιά τους!»
Αλλά εγώ δεν μπορώ να δω έτσι τα πράγματα. Πώς γίνεται να κλείσεις την πόρτα σε έναν άνθρωπο που σε χρειάζεται; Πώς γίνεται η αγάπη να έχει όρια; Κι αν αύριο ο Νίκος βρεθεί στη θέση της Μαρίας; Θα ήθελε να τον αφήσω μόνο του;
Κάποιες φορές σκέφτομαι μήπως όντως έκανα λάθος. Μήπως η αγάπη για τον άλλον έγινε προδοσία για το παιδί μου. Αλλά μετά θυμάμαι τα μάτια της Μαρίας εκείνο το βράδυ –γεμάτα φόβο και ντροπή– και ξέρω πως δεν θα μπορούσα να κάνω αλλιώς.
Πριν λίγες μέρες πήγα στο σπίτι του Νίκου με μια τυρόπιτα –όπως τότε που ήταν φοιτητής– και την άφησα στην πόρτα του μαζί με ένα σημείωμα: «Σε αγαπάω ό,τι κι αν γίνει.» Δεν πήρα απάντηση.
Οι φίλες μου λένε να κάνω υπομονή. Η Κατερίνα λέει πως πρέπει να ζητήσω συγγνώμη ακόμα κι αν δεν πιστεύω πως έφταιξα. Εγώ όμως δεν ξέρω πια τι είναι σωστό και τι λάθος.
Μήπως τελικά η αγάπη μιας μάνας πρέπει πάντα να έχει όρια; Ή μήπως η αληθινή αγάπη φαίνεται όταν μπορείς να δεις τον άνθρωπο πίσω από τους ρόλους;
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα διαλέγατε το παιδί σας ή αυτό που θεωρείτε σωστό;