«Δεν είμαστε σπίτι» – Όταν η γιαγιά και ο παππούς δεν αντέχουν άλλο
«Γιώργο, μη μιλάς! Θα μας ακούσουν!» ψιθύρισε η Μαρία, ενώ κρατούσε σφιχτά το χέρι μου. Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά που φοβόμουν πως θα ακουστεί έξω από την πόρτα. Τα φώτα σβηστά, τα παντζούρια κλειστά. Από το διάδρομο ακούγονταν τα βήματα της Ελένης και οι φωνές των εγγονιών μας, της μικρής Άννας και του Νίκου.
«Μαμά! Μπαμπά! Ξέρω ότι είστε μέσα! Ανοίξτε! Δεν είναι ώρα για παιχνίδια!» φώναξε η Ελένη, με εκείνη τη φωνή που πάντα με έκανε να νιώθω μικρός και ένοχος, σαν παιδί που έκανε αταξία.
Η Μαρία τρεμόπαιζε τα δάχτυλά της. «Δεν αντέχω άλλο, Γιώργο. Κάθε μέρα τα ίδια. Δεν είμαστε πια νέοι…»
Είχαμε φτάσει σε αυτό το σημείο χωρίς να το καταλάβουμε. Όταν γεννήθηκε η Άννα, ήμασταν γεμάτοι χαρά. Η Ελένη μάς έφερε το μωρό σχεδόν κάθε μέρα. «Μόνο για λίγο», έλεγε. Μετά ήρθε ο Νίκος. Δύο παιδιά, δύο δουλειές, ένα διαμέρισμα στην Κυψέλη που έμοιαζε όλο και πιο μικρό. Η Ελένη και ο άντρας της, ο Πέτρος, δούλευαν ασταμάτητα – εκείνη δασκάλα, εκείνος οδηγός ταξί. Τα παιδιά έμεναν σε εμάς από το πρωί ως το βράδυ.
Στην αρχή ήταν ευλογία. Έπαιζα με την Άννα στο πάρκο, η Μαρία μαγείρευε τα αγαπημένα τους φαγητά. Αλλά οι μέρες έγιναν εβδομάδες, οι εβδομάδες μήνες. Η κούραση άρχισε να βαραίνει τα κόκαλά μας. Τα γόνατά μου πονούσαν όταν κυνηγούσα τον Νίκο στο σαλόνι. Η Μαρία ξυπνούσε τη νύχτα από άγχος μήπως κάτι πάθει κάποιο παιδί όσο ήταν μαζί μας.
Προσπαθήσαμε να μιλήσουμε στην Ελένη. «Κόρη μου, κουραζόμαστε…» της είπα μια μέρα δειλά.
«Τι να κάνω δηλαδή; Να αφήσω τη δουλειά μου; Πώς θα ζήσουμε;» απάντησε εκείνη με μάτια γεμάτα δάκρυα και θυμό.
Έτσι συνεχίσαμε. Κάθε μέρα, από τις 7 το πρωί μέχρι τις 7 το βράδυ, ήμασταν ξανά γονείς – αλλά χωρίς τη δύναμη της νιότης. Οι φίλοι μας είχαν αρχίσει να απομακρύνονται. «Δεν μπορούμε να βγούμε για καφέ, έχουμε τα παιδιά», λέγαμε ξανά και ξανά.
Κάποια στιγμή άρχισα να νιώθω θυμό. Γιατί να θεωρείται αυτονόητο ότι οι παππούδες πρέπει να θυσιάζουν τα πάντα; Γιατί δεν έχει δικαίωμα ο παππούς και η γιαγιά να ζήσουν λίγο για τον εαυτό τους; Το συζητούσα με τη Μαρία τα βράδια, όταν τα παιδιά είχαν φύγει και το σπίτι ήταν επιτέλους ήσυχο.
«Γιώργο, νιώθω πως δεν ζω πια για μένα», μου είπε ένα βράδυ με δάκρυα στα μάτια. «Αγαπώ τα εγγόνια μας, αλλά… θέλω να πάω μια βόλτα στη θάλασσα, να πιούμε έναν καφέ σαν άνθρωποι.»
Συμφώνησα μαζί της. Αλλά πώς να το πούμε στην Ελένη χωρίς να την πληγώσουμε; Ήξερα πως παλεύει κι εκείνη – αλλά κι εμείς; Δεν είμαστε πια νέοι.
Ένα πρωινό του Μαρτίου, ξυπνήσαμε με πόνο στη μέση και στα γόνατα. Η Μαρία δεν είχε κοιμηθεί καλά. «Σήμερα δεν μπορώ άλλο», είπε αποφασιστικά. «Ας κάνουμε πως λείπουμε.»
Έτσι βρεθήκαμε κρυμμένοι στο σκοτάδι, ακούγοντας τα θυμωμένα χτυπήματα της Ελένης στην πόρτα.
«Είναι σωστό αυτό που κάνουμε;» ψιθύρισα στη Μαρία.
«Δεν ξέρω… Αλλά αν δεν σκεφτούμε λίγο τον εαυτό μας τώρα, πότε;»
Η Ελένη τελικά έφυγε θυμωμένη, παίρνοντας τα παιδιά μαζί της. Το σπίτι έμεινε ήσυχο – μια σιωπή που πονούσε και ανακούφιζε ταυτόχρονα.
Το βράδυ χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η Ελένη.
«Γιατί δεν ανοίξατε; Τι σας έκανα;»
Προσπάθησα να της εξηγήσω. «Κόρη μου… δεν αντέχουμε άλλο. Σ’ αγαπάμε, αλλά… είμαστε κουρασμένοι.»
Η φωνή της ράγισε.
«Κι εγώ τι να κάνω; Δεν έχω άλλον…»
Έκλεισα το τηλέφωνο με βαριά καρδιά. Ήξερα πως την πλήγωσα – αλλά ένιωθα κι εγώ πληγωμένος.
Τις επόμενες μέρες δεν μας μιλούσε. Τα παιδιά ρωτούσαν γιατί δεν πήγαν στη γιαγιά και τον παππού. Η Μαρία έκλαιγε τα βράδια.
«Μήπως είμαστε κακοί γονείς; Κακοί παππούδες;»
Δεν ξέρω αν υπάρχει σωστή απάντηση. Ξέρω μόνο πως κάποια στιγμή πρέπει να σκεφτείς κι εσένα – αλλιώς χάνεσαι.
Τώρα κάθομαι στο μπαλκόνι και κοιτάζω τον ήλιο να δύει πάνω από την Αθήνα. Αναρωτιέμαι: Πότε σταματάει η αγάπη να είναι χαρά και γίνεται βάρος; Και ποιος έχει το δικαίωμα να πει «φτάνει» χωρίς να νιώθει ενοχές;
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;