«Ποια είμαι όταν ούτε η ίδια μου η μάνα δεν με αναγνωρίζει;» – Η ιστορία της Ελένης από τη Θεσσαλονίκη

«Ελένη, γιατί δεν φοράς το φόρεμα που σου πήρα;» Η φωνή της μητέρας μου αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου, γεμάτη απογοήτευση και μια δόση θυμού. Στέκομαι μπροστά στον καθρέφτη, με το τζιν παντελόνι και το φαρδύ μπλουζάκι του αδερφού μου. Τα μαλλιά μου κοντά, όπως πάντα. «Δεν μου αρέσει, μαμά. Δεν νιώθω άνετα.»

«Όλα τα κορίτσια θα βάλουν φόρεμα στην εκδρομή. Μόνο εσύ πάλι θα ξεχωρίζεις;»

Η φωνή της σπάει λίγο στο τέλος, σαν να φοβάται ότι θα με χάσει τελείως. Κι εγώ; Εγώ νιώθω ήδη χαμένη.

Μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη, σε μια γειτονιά όπου όλοι ήξεραν τα πάντα για όλους. Από μικρή ήμουν το «περίεργο» κορίτσι: έπαιζα μπάλα με τα αγόρια, σκαρφάλωνα στα δέντρα, έσκιζα τα γόνατά μου και δεν άντεχα τα ροζ και τα φρου-φρου. Η γιαγιά μου έλεγε πάντα στη μαμά: «Αυτή δεν είναι κορίτσι, είναι παλικάρι!» Και η μαμά χαμογελούσε αμήχανα, αλλά τα μάτια της σκοτείνιαζαν.

Στο σχολείο τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα. «Ρε συ, Ελένη, γιατί δεν κουρεύεσαι τελείως αγόρι;» με πείραζε ο Μάριος στην αυλή. Οι δασκάλες με φώναζαν συχνά «Ελένη μου», αλλά όταν έμπαινα στην τάξη, πάντα έριχναν μια δεύτερη ματιά, λες και περίμεναν να δω αν είμαι όντως εγώ.

Η μαμά μου προσπαθούσε να με αλλάξει. Κάθε γιορτή, κάθε γενέθλια, κάθε ευκαιρία ήταν μια μάχη: «Βάλε λίγο κραγιόν, να σε δουν οι θείες!», «Μη στέκεσαι έτσι, σαν αγόρι!», «Πότε θα μεγαλώσεις να γίνεις μια όμορφη κοπέλα;»

Δεν ήξερα πώς να της εξηγήσω ότι δεν ήθελα να γίνω αυτό που ήθελε εκείνη. Ήθελα απλώς να είμαι εγώ.

Η εκδρομή της τρίτης γυμνασίου ήταν το αποκορύφωμα όλων αυτών. Θα πηγαίναμε στους καταρράκτες της Έδεσσας. Όλοι ενθουσιασμένοι, εγώ με ένα βάρος στο στήθος. Η μαμά είχε αγοράσει ένα λουλουδάτο φόρεμα – «να το βάλεις στην εκδρομή, να βγεις όμορφη στις φωτογραφίες». Το φόρεμα έμεινε στην ντουλάπα.

Το πρωί της εκδρομής, φόρεσα το αγαπημένο μου τζιν και ένα μπλουζάκι του ΠΑΟΚ – δώρο του μπαμπά. Η μαμά με κοίταξε απογοητευμένη, αλλά δεν είπε τίποτα. Στο λεωφορείο κάθισα δίπλα στη φίλη μου τη Μαρία. «Μην τους ακούς», μου ψιθύρισε. «Είσαι τέλεια όπως είσαι.»

Η μέρα κύλησε όμορφα – ή έτσι νόμιζα. Βγάλαμε πολλές φωτογραφίες όλοι μαζί, γελάσαμε, τρέξαμε κάτω από τους καταρράκτες. Το βράδυ, όταν γύρισα σπίτι, η μαμά είχε ήδη δει τις φωτογραφίες που είχε ανεβάσει η τάξη στο Facebook.

«Ποια είναι αυτή δίπλα στη Μαρία;» ρώτησε τον μπαμπά μου δείχνοντας την οθόνη.

«Η Ελένη είναι», απάντησε εκείνος διστακτικά.

Η μαμά πάγωσε. Με κοίταξε σαν να με έβλεπε πρώτη φορά.

«Δεν σε αναγνώρισα…» είπε σιγανά.

Ένιωσα ένα μαχαίρι στην καρδιά. Ούτε η ίδια μου η μάνα δεν με αναγνωρίζει πια;

Τις επόμενες μέρες το κλίμα στο σπίτι ήταν βαρύ. Η μαμά απέφευγε να με κοιτάξει στα μάτια. Ο μπαμπάς προσπαθούσε να κάνει χιούμορ – «Άντε ρε Ελένη, πότε θα μας φέρεις κανέναν γαμπρό;» – αλλά κανείς δεν γελούσε.

Ένα βράδυ την άκουσα να μιλάει στο τηλέφωνο με τη θεία Άννα:

«Δεν ξέρω τι να κάνω μ’ αυτήν… Δεν είναι σαν τα άλλα κορίτσια… Φοβάμαι για το μέλλον της.»

Έκλεισα την πόρτα του δωματίου μου και ξέσπασα σε κλάματα. Γιατί πρέπει να φοβάται για μένα; Επειδή δεν φοράω φούστες; Επειδή δεν θέλω να βάφομαι;

Στο σχολείο τα πειράγματα συνεχίστηκαν. Μια μέρα ο Γιάννης πέταξε: «Ρε Ελένη, εσύ τελικά τι είσαι; Αγόρι ή κορίτσι;» Όλη η τάξη γέλασε. Ένιωσα να καίγομαι από ντροπή και θυμό.

Το ίδιο βράδυ προσπάθησα να μιλήσω στη μαμά:

«Μαμά… αν ήμουν αγόρι, θα μ’ αγαπούσες το ίδιο;»

Με κοίταξε σοκαρισμένη.

«Τι είναι αυτά που λες τώρα; Είσαι το παιδί μου.»

«Ναι, αλλά… αν δεν είμαι όπως θέλεις; Αν δεν γίνω ποτέ αυτό που φαντάστηκες;»

Έμεινε σιωπηλή για ώρα. Μετά είπε μόνο: «Θέλω να είσαι ευτυχισμένη.» Αλλά στα μάτια της έβλεπα ακόμα τον φόβο.

Τα χρόνια πέρασαν. Πήγα λύκειο, μετά πανεπιστήμιο στη Φιλοσοφική. Πάντα ένιωθα ότι πρέπει να αποδείξω κάτι – στους άλλους, στη μαμά, στον εαυτό μου. Άλλαξα στυλ πολλές φορές: δοκίμασα φορέματα, μακριά μαλλιά, ακόμα και λίγο κραγιόν. Αλλά κάθε φορά ένιωθα σαν να φοράω ξένα ρούχα.

Η μαμά ποτέ δεν συνήθισε τελείως. Στις οικογενειακές συγκεντρώσεις πάντα προσπαθούσε να με «διορθώσει»: «Βάλε κάτι πιο κοριτσίστικο», «Χτένισε τα μαλλιά σου», «Μην κάθεσαι έτσι». Ο πατέρας μου ήταν πιο χαλαρός – «Άστην όπως θέλει!» – αλλά κι εκείνος κάποιες φορές ανησυχούσε για το τι θα πει ο κόσμος.

Μια μέρα, μετά από έναν μεγάλο καβγά για το τι θα φορέσω στον γάμο της ξαδέρφης μου, η μαμά ξέσπασε:

«Δεν καταλαβαίνεις ότι με πληγώνεις; Όλες οι μανάδες θέλουν να καμαρώνουν τις κόρες τους! Να σε βλέπω όμορφη, θηλυκή… Να λένε οι άλλοι “τι ωραίο κορίτσι έχεις”! Εσύ γιατί δεν μπορείς να μου το δώσεις αυτό;»

Έμεινα άφωνη. Δεν ήξερα τι να απαντήσω. Για πρώτη φορά κατάλαβα πόσο πολύ την πλήγωνα χωρίς να το θέλω – αλλά και πόσο πολύ με πλήγωνε κι εκείνη προσπαθώντας να με αλλάξει.

Της είπα μόνο: «Μαμά… εγώ έτσι νιώθω όμορφη.»

Δεν απάντησε. Αλλά εκείνο το βράδυ μπήκε στο δωμάτιό μου και άφησε ένα μικρό σημείωμα στο γραφείο:

«Σ’ αγαπάω όπως κι αν είσαι.»

Έκλαψα πολύ εκείνο το βράδυ.

Σήμερα είμαι 27 χρονών. Έχω βρει ανθρώπους που με αγαπούν όπως είμαι – φίλους που δεν τους νοιάζει αν φοράω τζιν ή φούστα, αν έχω κοντά ή μακριά μαλλιά. Η σχέση με τη μαμά παραμένει δύσκολη κάποιες φορές – αλλά προσπαθούμε και οι δύο.

Ακόμα θυμάμαι εκείνη τη φωτογραφία στην Έδεσσα. Τότε πονούσα που δεν με αναγνώρισε η μητέρα μου – τώρα όμως καταλαβαίνω πως κι εκείνη πάλευε με τους δικούς της φόβους και προσδοκίες.

Άραγε πόσοι από εμάς μεγαλώνουμε προσπαθώντας να χωρέσουμε σε ρούχα που δεν μας κάνουν; Πόσοι νιώσαμε κάποτε ξένοι μέσα στο ίδιο μας το σπίτι;

Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα προσπαθούσατε να αλλάξετε για τους άλλους ή θα μένατε πιστοί στον εαυτό σας;