Η Αποτυχημένη Προξενιά της Αδερφής μου: Μια Περιπέτεια Αγάπης στην Αθήνα

«Μα πώς γίνεται να μην σου αρέσει κανένας;» Η φωνή της Νίκης αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου, γεμάτη απορία και μια δόση εκνευρισμού. Καθόμαστε στο μικρό μπαλκόνι του διαμερίσματός μας στην Κυψέλη, με τα φώτα της Αθήνας να τρεμοπαίζουν στο βάθος. Η Νίκη, πάντα εκρηκτική και γεμάτη αυτοπεποίθηση, έχει πάρει προσωπικά το γεγονός ότι στα τριάντα μου δεν έχω βρει ακόμα «τον έναν».

«Δεν είναι τόσο απλό, Νίκη. Δεν μπορώ να προσποιηθώ ότι νιώθω κάτι που δεν νιώθω», της απαντώ, προσπαθώντας να κρατήσω τη φωνή μου ήρεμη. Ξέρω πως αν αρχίσω να υψώνω τον τόνο μου, θα ξυπνήσουμε τη γιαγιά Μπάρμπαρα που κοιμάται στο διπλανό δωμάτιο – κι αυτό θα ήταν καταστροφή.

Η Νίκη σηκώνει τα φρύδια της και με κοιτάζει με εκείνο το βλέμμα που πάντα με έκανε να νιώθω μικρή. «Δεν σου ζητάω να παντρευτείς τον πρώτο που θα γνωρίσεις. Αλλά τουλάχιστον δοκίμασε! Η γιαγιά έχει αρχίσει να ανησυχεί σοβαρά. Κάθε μέρα μου λέει ότι θα πεθάνει χωρίς να δει εγγόνια.»

Η γιαγιά Μπάρμπαρα… Μια γυναίκα-σύμβολο της παλιάς Αθήνας, με τις παραδόσεις της, τα γλυκά της και τις ατελείωτες ιστορίες για το πώς γνώρισε τον παππού στον πόλεμο. Κάθε φορά που περνάω από το σαλόνι, με κοιτάζει με εκείνο το βλέμμα γεμάτο προσδοκία και ελαφριά απογοήτευση. «Εσύ, κορίτσι μου, πότε θα βρεις ένα καλό παιδί;» ρωτάει σχεδόν κάθε μέρα.

Η αλήθεια είναι πως έχω κουραστεί από τα σχόλια και τις πιέσεις. Η Αθήνα είναι γεμάτη ζωή, αλλά η μοναξιά μπορεί να σε πνίξει όταν όλοι γύρω σου περιμένουν κάτι από εσένα. Η Νίκη όμως δεν το βάζει κάτω. Την επόμενη μέρα, με τραβάει σχεδόν σηκωτή σε ένα καφέ στο Κολωνάκι.

«Σου έχω κανονίσει ραντεβού με τον Πέτρο. Είναι φίλος του φίλου μου του Γιάννη. Πολύ καλό παιδί, δουλεύει σε τράπεζα, έχει δικό του σπίτι και αυτοκίνητο.»

Ο Πέτρος εμφανίζεται στην ώρα του, ντυμένος στην τρίχα, με ένα χαμόγελο που δείχνει πως έχει συνηθίσει να κάνει εντύπωση. Η συζήτηση κυλάει αμήχανα – μιλάει συνέχεια για τη δουλειά του και για το πόσο δύσκολο είναι να βρεις μια γυναίκα που να «ξέρει τι θέλει». Κοιτάζω τη Νίκη που μας παρακολουθεί διακριτικά από το διπλανό τραπέζι και της κάνω νόημα πως δεν πάει καλά.

Το ίδιο βράδυ, στο σπίτι, η Νίκη ξεσπάει: «Δεν γίνεται! Είσαι πολύ δύσκολη! Ο Πέτρος είναι κελεπούρι!»

«Δεν θέλω κελεπούρια, Νίκη. Θέλω κάποιον που να μπορώ να μιλήσω αληθινά. Να γελάσω μαζί του. Να νιώσω κάτι!»

Η γιαγιά Μπάρμπαρα μπαίνει στο δωμάτιο με το μπαστούνι της. «Τι φωνάζετε πάλι; Θα μας ακούσει όλη η πολυκατοικία! Εγώ στην ηλικία σας είχα ήδη δύο παιδιά…»

Η πίεση μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Η Νίκη οργανώνει ραντεβού στα τυφλά: τον Δημήτρη από το Περιστέρι που μιλούσε μόνο για το ποδόσφαιρο, τον Στέφανο που ήθελε να μεταναστεύσει στη Γερμανία και έψαχνε συνοδό, τον Αλέξη που είχε ακόμα φωτογραφία της πρώην του στο κινητό.

Κάθε φορά γυρνάω σπίτι απογοητευμένη. Η Νίκη όμως δεν το βάζει κάτω. «Θα βρούμε τον κατάλληλο! Δεν γίνεται να μην υπάρχει!»

Ένα βράδυ, μετά από ένα ακόμα αποτυχημένο ραντεβού, βρίσκω τη γιαγιά Μπάρμπαρα να κάθεται μόνη στο σαλόνι, κοιτάζοντας παλιές φωτογραφίες. Κάθομαι δίπλα της και την αγκαλιάζω.

«Γιαγιά… γιατί είναι τόσο σημαντικό για σένα να παντρευτώ;»

Με κοιτάζει με μάτια υγρά. «Γιατί θέλω να σε δω ευτυχισμένη. Και γιατί φοβάμαι ότι όταν φύγω, θα μείνεις μόνη.»

Τα λόγια της με πονάνε περισσότερο απ’ όσο περίμενα. Δεν είναι μόνο οι προσδοκίες – είναι ο φόβος της μοναξιάς που περνάει από γενιά σε γενιά.

Την επόμενη μέρα αποφασίζω να κάνω κάτι διαφορετικό. Αντί να αφήσω τη Νίκη να κανονίσει άλλο ένα ραντεβού-καταστροφή, παίρνω εγώ την πρωτοβουλία. Πηγαίνω μόνη μου σε μια έκθεση φωτογραφίας στο Μεταξουργείο – πάντα ήθελα να δοκιμάσω κάτι έξω από τη ζώνη άνεσής μου.

Εκεί γνωρίζω τον Κώστα – έναν ήσυχο τύπο με γυαλιά και αμήχαλο χαμόγελο. Μιλάμε για τέχνη, για μουσική, για τα όνειρά μας. Δεν υπάρχει σπίθα πάθους όπως στις ταινίες – αλλά υπάρχει μια ηρεμία που δεν έχω ξαναβιώσει.

Όταν γυρνάω σπίτι και το λέω στη Νίκη, γελάει ειρωνικά: «Σιγά τώρα… Με τον Κώστα; Αυτός φαίνεται βαρετός!»

«Ίσως αυτό χρειάζομαι», της απαντώ ήρεμα.

Η γιαγιά Μπάρμπαρα όμως χαμογελάει πρώτη φορά μετά από καιρό όταν της λέω ότι γνώρισα κάποιον που με κάνει να νιώθω καλά.

Οι μέρες περνούν και ο Κώστας γίνεται κομμάτι της ζωής μου – όχι επειδή το θέλει η οικογένεια ή η κοινωνία, αλλά επειδή το θέλω εγώ. Η Νίκη στην αρχή δυσκολεύεται να το δεχτεί – ήθελε κάτι πιο εντυπωσιακό για μένα, κάποιον που να ταιριάζει στα δικά της στάνταρ.

Ένα βράδυ όμως, καθώς καθόμαστε όλες μαζί στο τραπέζι – εγώ, η Νίκη, ο Κώστας και η γιαγιά – νιώθω μια ζεστασιά που είχα χρόνια να νιώσω. Η Νίκη κοιτάζει τον Κώστα και χαμογελάει διστακτικά.

«Τελικά… ίσως ξέρεις καλύτερα τι σου ταιριάζει», μου ψιθυρίζει.

Η γιαγιά σηκώνει το ποτήρι της: «Στην αγάπη που έρχεται όταν δεν την περιμένεις!»

Κοιτάζοντας πίσω σε όλη αυτή την περιπέτεια – τα αμήχανα ραντεβού, τις οικογενειακές εντάσεις, τις προσδοκίες – αναρωτιέμαι: Πόσες φορές αφήνουμε τους άλλους να καθορίζουν τι σημαίνει ευτυχία για εμάς; Και πόσο δύσκολο είναι τελικά να βρεις το θάρρος να ακούσεις την καρδιά σου;