«Ούτε στο εξηκοστό μου γενέθλιο δεν ήρθαν – κι ας τους χάρισα το σπίτι μου»
«Μαμά, δεν θα τα καταφέρουμε να έρθουμε φέτος. Έχουμε τόσα στο κεφάλι μας…»
Η φωνή του Κώστα, του γιου μου, ακούστηκε ψυχρή και βιαστική από το τηλέφωνο. Ήταν παραμονή των εξηκοστών μου γενεθλίων και κρατούσα το ακουστικό σφιχτά, σαν να μπορούσα έτσι να τον κρατήσω κοντά μου. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, τα χέρια μου έτρεμαν. Είχα ετοιμάσει τα πάντα: το τραπέζι στρωμένο με το καλό τραπεζομάντηλο της μαμάς μου, τα φαγητά που αγαπούσε μικρός – γεμιστά, παστίτσιο, μπακλαβά. Είχα αγοράσει καινούρια κεριά, είχα βάλει λουλούδια στο βάζο. Όλα για εκείνον και τη Μαρία, τη νύφη μου.
«Κώστα… τουλάχιστον να περάσετε για λίγο; Ξέρεις πόσο σημαντική είναι αυτή η μέρα για μένα…»
Άκουσα ένα ξεφύσημα στην άλλη άκρη. «Μαμά, έχουμε δουλειές. Η Μαρία δουλεύει διπλοβάρδια στο φαρμακείο, εγώ πρέπει να πάω στο συνεργείο. Δεν είναι εύκολο. Θα τα πούμε άλλη μέρα.»
Έμεινα να κοιτάζω το τηλέφωνο, σαν να περίμενα να χτυπήσει ξανά και να ακούσω «αστειευόμουν, φυσικά και θα έρθουμε». Αλλά τίποτα. Μόνο σιωπή.
Κάθισα στην πολυθρόνα και κοίταξα γύρω μου. Το σπίτι ήταν γεμάτο μυρωδιές και αναμνήσεις. Εδώ μεγάλωσε ο Κώστας, εδώ έτρεχε μικρός με τα παιχνίδια του, εδώ έκλαιγε όταν χτύπαγε το γόνατό του. Πόσα χρόνια πάλεψα μόνη μου για να του προσφέρω όσα μπορούσα! Ο πατέρας του μας άφησε νωρίς – ένα τροχαίο στη λεωφόρο Συγγρού, ένα βράδυ που γύριζε από τη δουλειά. Από τότε έγινα μάνα και πατέρας μαζί.
Θυμάμαι ακόμα τη μέρα που του ανακοίνωσα πως το σπίτι θα το γράψω σ’ εκείνον. «Είναι δικό σου, Κώστα. Εσύ και η Μαρία να μην ανησυχείτε για ενοίκια και δάνεια.» Τα μάτια του έλαμψαν για μια στιγμή, αλλά μετά… σαν να το θεώρησε αυτονόητο. Από τότε σπάνια ερχόταν να με δει. Όλο δουλειές, όλο υποχρεώσεις.
Η Μαρία ποτέ δεν με συμπάθησε ιδιαίτερα. Πάντα ένιωθα πως την ενοχλούσε η παρουσία μου, πως ήμουν βάρος στη ζωή τους. Μια φορά την άκουσα να λέει στον Κώστα: «Η μάνα σου όλο κάτι θέλει… Δεν μπορεί να μας αφήσει ήσυχους;» Έκανα πως δεν άκουσα. Πάντα έκανα πως δεν άκουγα.
Τώρα όμως; Τώρα που έκλεινα τα εξήντα μόνη; Ποιος θα με αγκάλιαζε; Ποιος θα έσβηνε τα κεριά μαζί μου;
Το βράδυ ήρθε η γειτόνισσα, η κυρία Ελένη. «Χρόνια πολλά, Μαργαρίτα! Να τα εκατοστήσεις!» Μου έφερε μια βασιλόπιτα – κατακαλόκαιρο – γιατί έτσι είχε μάθει από τη μάνα της: «Όταν έχεις γενέθλια, φέρνεις βασιλόπιτα για καλή τύχη». Καθίσαμε μαζί στην κουζίνα, ήπιαμε λίγο κρασί.
«Και ο Κώστας;» με ρώτησε διστακτικά.
Χαμογέλασα πικρά. «Δεν μπόρεσαν… Έχουν δουλειές.»
Η κυρία Ελένη με κοίταξε με κατανόηση. «Ξέρεις… κι εγώ τα ίδια περνάω με τον δικό μου τον Γιάννη. Τα παιδιά σήμερα… έχουν άλλες προτεραιότητες.»
Σιωπήσαμε για λίγο. Ένιωθα ένα βάρος στο στήθος μου – όχι από θυμό, αλλά από λύπη. Τι έκανα λάθος; Μήπως τους έδωσα πολλά; Μήπως τους έμαθα ότι όλα είναι δεδομένα;
Την επόμενη μέρα ξύπνησα νωρίς. Το σπίτι μύριζε ακόμα φαγητό που δεν φαγώθηκε ποτέ. Πήρα ένα τάπερ γεμιστά και πήγα μέχρι την εκκλησία της γειτονιάς. Εκεί συνάντησα τον πατέρα Νικόλαο.
«Χρόνια πολλά, Μαργαρίτα! Να χαίρεσαι την οικογένειά σου!»
Χαμογέλασα αμήχανα. «Να τους χαίρομαι…»
Κάθισα σε ένα παγκάκι έξω από την εκκλησία και κοίταξα τον ουρανό. Θυμήθηκα τον πατέρα μου που πάντα έλεγε: «Τα παιδιά είναι σαν τα περιστέρια – τα μεγαλώνεις, τα ταΐζεις, κι όταν ανοίξουν τα φτερά τους, πετούν μακριά.» Τότε γελούσα με αυτό το ρητό. Τώρα όμως… πόσο αληθινό φαινόταν!
Το απόγευμα χτύπησε το τηλέφωνο ξανά. Ήταν η ξαδέρφη μου η Σοφία από τη Θεσσαλονίκη.
«Μαργαρίτα! Χρόνια πολλά! Πώς πέρασες;»
Δεν άντεξα – ξέσπασα σε κλάματα.
«Μόνη μου ήμουν, Σοφία… Ούτε ο Κώστας ούτε η Μαρία ήρθαν…»
Άκουσα τη φωνή της να σπάει κι εκείνης.
«Έλα πάνω λίγες μέρες! Να ξεσκάσεις! Άφησέ τους λίγο μόνους τους! Μην τους κυνηγάς άλλο!»
Έκλεισα το τηλέφωνο και έμεινα να σκέφτομαι: Μήπως είχε δίκιο; Μήπως ήρθε η ώρα να ζήσω κι εγώ για μένα;
Το βράδυ πήγα μια βόλτα στην παραλία της Βούλας. Ο αέρας μύριζε θάλασσα και γιασεμί. Κοίταξα τα φώτα της πόλης απέναντι και ένιωσα μια παράξενη ελευθερία – σαν να άνοιγε μια χαραμάδα μέσα στη μοναξιά μου.
Τις επόμενες μέρες άρχισα να κάνω μικρές αλλαγές. Πήγα στη λαϊκή μόνη μου, αγόρασα λουλούδια για μένα. Ξεκίνησα μαθήματα ζωγραφικής στο πολιτιστικό κέντρο – πάντα το ήθελα αλλά ποτέ δεν είχα χρόνο γιατί «πρέπει να είμαι διαθέσιμη αν με χρειαστούν». Τώρα όμως; Τώρα δεν με χρειάζονταν καν.
Μια μέρα χτύπησε το κουδούνι. Ήταν ο Κώστας.
«Μαμά… ήρθα να δω αν είσαι καλά.»
Τον κοίταξα στα μάτια – ήταν κουρασμένος, αγχωμένος.
«Είμαι καλά, Κώστα», του είπα ήρεμα.
Κάθισε αμήχανα στην καρέκλα της κουζίνας.
«Ξέρεις… η Μαρία λέει ότι… ίσως σε στενοχωρήσαμε που δεν ήρθαμε στα γενέθλιά σου.»
Τον κοίταξα χωρίς θυμό – μόνο λύπη.
«Με στενοχωρήσατε, ναι. Αλλά ξέρεις τι κατάλαβα; Ότι πρέπει να σταματήσω να περιμένω από εσάς να γεμίσετε τη ζωή μου.»
Έσκυψε το κεφάλι.
«Δεν θέλαμε να σε πληγώσουμε… Απλώς… έχουμε τόσα προβλήματα…»
«Όλοι έχουμε προβλήματα, Κώστα», του απάντησα απαλά. «Αλλά η αγάπη φαίνεται στις μικρές πράξεις.»
Σηκώθηκε να φύγει.
«Θα προσπαθήσουμε να είμαστε πιο κοντά», είπε χαμηλόφωνα.
Έμεινα μόνη στην κουζίνα και κοίταξα έξω από το παράθυρο. Ο ήλιος έδυε πίσω από τις πολυκατοικίες της Αθήνας.
Αλήθεια… πόσο αξίζει μια ζωή γεμάτη θυσίες όταν κανείς δεν τις αναγνωρίζει; Μήπως τελικά πρέπει πρώτα να αγαπήσουμε τον εαυτό μας για να μας αγαπήσουν κι οι άλλοι;
Εσείς τι λέτε; Έχετε νιώσει ποτέ έτσι;