«Η κόρη μου δεν με κάλεσε στα γενέθλιά της – Μήπως τελικά απέτυχα ως μάνα;»

«Δεν θα έρθεις, μαμά. Σε παρακαλώ, μην το κάνεις πιο δύσκολο.»

Η φωνή της Μαρίκας στο τηλέφωνο ήταν ψυχρή, σχεδόν ξένη. Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται, τα δάχτυλά μου να τρέμουν πάνω στο ακουστικό. Ήταν τα γενέθλιά της. Η κόρη μου, το παιδί που κράτησα στην αγκαλιά μου όταν πρωτοείδε το φως, δεν ήθελε να με δει ούτε αυτή τη μέρα.

«Μα… Μαρίκα μου, τουλάχιστον να σου αφήσω ένα δώρο στην πόρτα;» ψιθύρισα, νιώθοντας τα μάτια μου να γεμίζουν δάκρυα.

«Όχι, μαμά. Δεν χρειάζεται. Θέλω να περάσω ήσυχα. Σε παρακαλώ.»

Η γραμμή έκλεισε απότομα. Έμεινα να κοιτάζω το τηλέφωνο σαν να περίμενα να ξαναχτυπήσει, να ακούσω μια συγγνώμη, μια εξήγηση. Τίποτα. Μόνο σιωπή.

Έβαλα το παλιό ραδιόφωνο να παίζει χαμηλά, μπας και γεμίσει το άδειο σπίτι με κάτι άλλο εκτός από τις σκέψεις μου. Τρία χρόνια άνεργη. Εξήντα χρονών. Χήρα εδώ και μια δεκαετία – ο Νίκος έφυγε ξαφνικά, ένα πρωινό με βροχή, αφήνοντάς με μόνη με τη Μαρίκα που τότε ήταν μόλις δεκαοχτώ.

Τότε νόμιζα πως θα τα καταφέρουμε. Πως η αγάπη μου θα ήταν αρκετή για να καλύψει το κενό του πατέρα της. Έπιασα δεύτερη δουλειά σε ένα φούρνο, ξυπνούσα χαράματα για να ζυμώσω ψωμί και μετά έτρεχα στο σχολείο της για τις συναντήσεις με τους καθηγητές. Πάντα κουρασμένη, πάντα αγχωμένη για το αν θα φτάσουν τα λεφτά.

Η Μαρίκα μεγάλωσε γρήγορα. Ήταν έξυπνη, πεισματάρα – σαν τον πατέρα της. Όμως όσο μεγάλωνε, τόσο απομακρυνόταν. Άρχισε να μου μιλάει απότομα, να κλείνεται στο δωμάτιό της με τις ώρες. Κάθε φορά που προσπαθούσα να της μιλήσω για τον Νίκο, άλλαζε θέμα ή έφευγε από το σπίτι.

«Δεν καταλαβαίνεις τίποτα!» μου φώναξε ένα βράδυ που γύρισα αργά από τη δουλειά και τη βρήκα να κλαίει.

«Προσπαθώ, Μαρίκα μου… Πες μου τι έχεις.»

«Δεν θέλω να μιλήσω! Άσε με ήσυχη!»

Έκλεισε την πόρτα δυνατά πίσω της. Εκείνο το βράδυ κάθισα στην κουζίνα μέχρι τα ξημερώματα, κοιτώντας το παλιό ρολόι του Νίκου στον τοίχο. Αναρωτιόμουν αν έφταιγα εγώ που δεν μπορούσα να την πλησιάσω.

Τα χρόνια πέρασαν. Η Μαρίκα τελείωσε το πανεπιστήμιο στην Αθήνα και βρήκε δουλειά σε μια εταιρεία πληροφορικής. Εγώ έμεινα στο χωριό μας στη Λάρισα – δεν ήθελα να την εμποδίσω στα όνειρά της. Της τηλεφωνούσα κάθε Κυριακή, αλλά οι συνομιλίες μας ήταν όλο και πιο σύντομες.

Όταν έχασα τη δουλειά στον φούρνο, δεν της το είπα αμέσως. Ντρεπόμουν. Πώς να παραδεχτώ ότι στα εξήντα μου δεν μπορούσα πια να τα βγάλω πέρα; Ζούσα με τη σύνταξη χηρείας του Νίκου και λίγα ψιλά από περιστασιακές δουλειές – καθάριζα σπίτια, βοηθούσα ηλικιωμένους στη γειτονιά.

Ένα απόγευμα του περασμένου χειμώνα χτύπησε το τηλέφωνο.

«Μαμά, πρέπει να σου πω κάτι.»

Η φωνή της ήταν σκληρή.

«Τι έγινε, παιδί μου;»

«Δεν θέλω να ξανάρθεις απροειδοποίητα στην Αθήνα. Με φέρνεις σε δύσκολη θέση μπροστά στους φίλους μου.»

Ένιωσα το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου.

«Συγγνώμη… Δεν ήθελα… Απλώς νόμιζα ότι θα χαρείς…»

«Δεν είμαι πια παιδί! Έχω τη ζωή μου!»

Από τότε άρχισε η μεγάλη σιωπή ανάμεσά μας. Τα μηνύματά μου έμεναν αναπάντητα. Τα δώρα που της έστελνα γύριζαν πίσω με την ένδειξη «παραλήπτης απών».

Σήμερα είναι τα γενέθλιά της κι εγώ κάθομαι μόνη στην κουζίνα, με ένα κουτί γλυκά που δεν θα δοκιμάσει ποτέ. Σκέφτομαι όλα όσα έγιναν – ή δεν έγιναν – ανάμεσά μας.

Θυμάμαι τη μέρα που πήγαμε μαζί στη λαϊκή αγορά και γελούσαμε με τις φωνές των μανάβηδων. Θυμάμαι τα καλοκαίρια στη Σκιάθο, όταν μαζεύαμε κοχύλια στην παραλία και η Μαρίκα μού έλεγε τα μυστικά της.

Πότε χάθηκαν όλα αυτά; Πότε έγινα ξένη για το ίδιο μου το παιδί;

Η γειτόνισσα, η κυρία Σοφία, λέει πως τα παιδιά σήμερα είναι αλλιώτικα. «Δεν έχουν ανάγκη τους γονείς όπως παλιά», μου είπε προχθές πίνοντας καφέ στην αυλή.

«Εσύ τι λες, Ελένη;»

Τι να πω; Ότι κάθε βράδυ κοιμάμαι με το κινητό δίπλα στο μαξιλάρι μήπως και χτυπήσει; Ότι κάθε φορά που ακούω βήματα στην αυλή ελπίζω πως είναι η Μαρίκα;

Μερικές φορές θυμώνω μαζί της. Άλλες φορές θυμώνω με τον εαυτό μου. Μήπως ήμουν υπερβολικά αυστηρή όταν ήταν μικρή; Μήπως δεν της έδειξα αρκετή αγάπη; Ή μήπως την έπνιξα με την αγωνία μου;

Την περασμένη εβδομάδα βρήκα μια παλιά φωτογραφία μας – εγώ με ποδιά γεμάτη αλεύρι κι εκείνη μικρούλα, γελαστή, με κοτσιδάκια. Την κράτησα ώρα στα χέρια μου και έκλαψα.

Το βράδυ πήρα θάρρος και της έστειλα μήνυμα:

«Χρόνια πολλά, Μαρίκα μου. Να είσαι πάντα καλά. Σε αγαπώ.»

Δεν απάντησε ποτέ.

Σήμερα, αν μπορούσα να της μιλήσω πρόσωπο με πρόσωπο, θα της έλεγα μόνο ένα πράγμα: «Συγγνώμη αν σε πλήγωσα χωρίς να το καταλάβω. Συγγνώμη αν δεν ήμουν η μάνα που ήθελες.»

Αλλά ποιος θα ακούσει μια μάνα που ζητάει συγγνώμη;

Κοιτάζω έξω από το παράθυρο – ο δρόμος άδειος, μόνο ένας γάτος περνάει βιαστικά κάτω από τη βροχή. Σκέφτομαι πως ίσως αύριο είναι μια καλύτερη μέρα. Ίσως αύριο η Μαρίκα θυμηθεί πως κάποτε ήμασταν οι δυο μας ενάντια σε όλο τον κόσμο.

Αλήθεια… υπάρχει δεύτερη ευκαιρία για τις μάνες σαν κι εμένα;
Πιστεύετε ότι μπορεί ποτέ μια μάνα και μια κόρη να ξαναβρούν τον δρόμο η μία προς την άλλη;