«Πήρα τη μητέρα μου στο σπίτι μου – τώρα ντρέπομαι και δεν ξέρω πώς να το αντέξω»
«Γιατί δεν με ρωτάς ποτέ αν είμαι καλά;» Η φωνή της μητέρας μου αντηχεί στο μικρό σαλόνι, γεμάτη παράπονο και μια πίκρα που με διαπερνά. Κοιτάζω τα χέρια μου, τα νύχια μου που έχω αρχίσει να τρώω ξανά από το άγχος. Δεν απαντώ αμέσως. Πώς να της εξηγήσω ότι κάθε μέρα νιώθω να πνίγομαι; Ότι η αγάπη που νόμιζα πως θα μας ενώσει, έγινε αλυσίδα γύρω από το λαιμό μου;
Όλα ξεκίνησαν πριν έξι μήνες, όταν ο γιατρός της είπε πως δεν μπορεί πια να μένει μόνη της στο χωριό. Η αδερφή μου, η Μαρία, ήταν ξεκάθαρη: «Εγώ έχω τρία παιδιά, δουλεύω όλη μέρα, δεν μπορώ να την πάρω». Ο αδερφός μου, ο Νίκος, απλώς σήκωσε τους ώμους. Έτσι, χωρίς να το πολυσκεφτώ, είπα: «Θα έρθει σε μένα». Ήταν η σωστή απόφαση, έτσι δεν είναι; Έτσι κάνουν τα καλά παιδιά στην Ελλάδα. Δεν αφήνουν τους γονείς τους μόνους.
Την πρώτη μέρα που μπήκε στο διαμέρισμά μου στην Κυψέλη, ένιωσα ότι κάτι άλλαξε για πάντα. Η μυρωδιά της λεβάντας που έφερνε μαζί της, τα βαριά της βήματα στο ξύλινο πάτωμα, τα φάρμακα που γέμισαν το τραπέζι της κουζίνας. «Εδώ θα είμαστε μαζί», της είπα χαμογελώντας. Εκείνη με κοίταξε με μάτια γεμάτα φόβο και ευγνωμοσύνη. Δεν ήξερα τότε πόσο δύσκολο θα ήταν.
Στην αρχή προσπαθούσα να κάνω τα πάντα τέλεια. Να της μαγειρεύω τα φαγητά που αγαπάει – γεμιστά, φασολάδα, κολοκυθόπιτα. Να τη συνοδεύω στους γιατρούς. Να της διαβάζω εφημερίδα όταν κουραζόταν τα μάτια της. Όμως σιγά σιγά άρχισα να χάνω τον εαυτό μου. Οι φίλοι μου σταμάτησαν να με καλούν για καφέ – «Ξέρουμε ότι έχεις τη μαμά σου», έλεγαν με κατανόηση που έκρυβε αμηχανία. Ο σύντροφός μου, ο Γιώργος, άρχισε να απομακρύνεται. «Δεν αντέχω άλλο αυτή την ένταση στο σπίτι», μου είπε ένα βράδυ πριν φύγει για πάντα.
Η μητέρα μου γκρινιάζει για τα πάντα. Για το φως που είναι πολύ δυνατό το πρωί. Για το φαγητό που δεν έχει αρκετό αλάτι. Για τους γείτονες που κάνουν φασαρία. Για το ότι δεν της μιλάω αρκετά. Κάθε μέρα νιώθω πως περπατάω σε τεντωμένο σχοινί. Μια φορά τόλμησα να της πω: «Μαμά, κι εγώ κουράζομαι». Με κοίταξε σαν να την πρόδωσα. «Εγώ σε μεγάλωσα μόνη μου τόσα χρόνια», είπε με σπασμένη φωνή.
Το βράδυ κλείνομαι στο μπάνιο και κλαίω σιωπηλά για να μην με ακούσει. Ντρέπομαι για τα συναισθήματά μου. Ντρέπομαι που σκέφτομαι πως θα ήθελα να ζούσα μόνη μου ξανά. Που ζηλεύω τις φίλες μου που πάνε διακοπές ή βγαίνουν για ποτό χωρίς τύψεις. Που φοβάμαι να φέρω κάποιον σπίτι – τι θα πει η μαμά; Τι θα σκεφτούν οι άλλοι αν μάθουν πως δεν αντέχω τη μητέρα μου;
Οι συγγενείς με παίρνουν τηλέφωνο μόνο για να ρωτήσουν «Πώς είναι η μαμά;» Κανείς δεν ρωτάει πώς είμαι εγώ. Η Μαρία έρχεται μια φορά το μήνα με ένα κουτί γλυκά και κάθεται δέκα λεπτά. Ο Νίκος στέλνει λεφτά για τα φάρμακα και νομίζει πως έκανε το καθήκον του. Κανείς δεν βλέπει τι περνάω κάθε μέρα.
Μια μέρα, μετά από έναν ακόμα καβγά για το αν πρέπει να ανοίξουμε το παράθυρο ή όχι, ξέσπασα: «Δεν μπορώ άλλο! Θέλω τη ζωή μου πίσω!» Η μητέρα μου με κοίταξε σαν ξένη. «Αν σε βαραίνω τόσο πολύ, να με πας σε γηροκομείο», είπε ψιθυριστά. Τα λόγια της με χτύπησαν σαν μαχαίρι. Δεν είναι αυτό που θέλω – ή μήπως είναι; Τι είδους κόρη είμαι αν σκέφτομαι έτσι;
Από τότε η ατμόσφαιρα στο σπίτι έγινε ακόμα πιο βαριά. Μιλάμε μόνο για τα απαραίτητα – τα φάρμακα, το φαγητό, τους γιατρούς. Τα βράδια ακούω τη μητέρα μου να κλαίει στο δωμάτιό της κι εγώ κάνω πως δεν ακούω. Έχω αρχίσει να αποφεύγω τους φίλους μου γιατί φοβάμαι μήπως καταλάβουν πόσο δυστυχισμένη είμαι. Στη δουλειά κάνω λάθη από την κούραση και ο προϊστάμενος με κοιτάει περίεργα.
Μια Κυριακή ήρθε η θεία Ελένη για καφέ και ψιθύρισε: «Μην αφήνεις τη μάνα σου να σου καταστρέψει τη ζωή». Θύμωσα μαζί της – αλλά μέσα μου ήξερα πως είχε δίκιο. Το ίδιο βράδυ κάθισα απέναντι στη μητέρα μου και προσπάθησα να μιλήσω ανοιχτά.
«Μαμά, δεν ξέρω αν μπορώ να συνεχίσω έτσι», της είπα τρέμοντας.
Με κοίταξε με μάτια κόκκινα από το κλάμα.
«Κι εγώ δεν θέλω να σε βλέπω δυστυχισμένη εξαιτίας μου», ψιθύρισε.
Για πρώτη φορά μετά από μήνες νιώσαμε και οι δύο πόσο παγιδευμένες είμαστε – εκείνη από το σώμα της που την προδίδει κι εγώ από τις ενοχές και τις προσδοκίες των άλλων.
Τώρα κάθε μέρα είναι μια μάχη ανάμεσα στην αγάπη και την αντοχή μου. Δεν ξέρω αν υπάρχει σωστή λύση ή αν απλώς πρέπει να συνεχίσω να ζω έτσι μέχρι το τέλος.
Αναρωτιέμαι: Πόσο μπορεί να αντέξει ένας άνθρωπος πριν σπάσει; Είναι αγάπη ή ενοχή αυτό που μας κρατάει κοντά στους δικούς μας; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;