Γιατί Συμφώνησα να Κρατήσω τον Εγγονό μου: Ποτέ Ξανά

«Μαμά, σε παρακαλώ, δεν έχουμε άλλη λύση!» Η φωνή της κόρης μου, της Ελένης, έτρεμε από την άλλη άκρη του τηλεφώνου. Ήταν 7 το πρωί, κι εγώ μόλις είχα βάλει το νερό για τον καφέ. Ο εγγονός μου, ο μικρός Νικόλας, είχε πυρετό και δεν μπορούσαν να τον πάνε στον παιδικό σταθμό. Η Ελένη έπρεπε να πάει στη δουλειά της στο νοσοκομείο, ο γαμπρός μου είχε βάρδια στο αεροδρόμιο και η μεγάλη μου εγγονή, η Μαρία, είχε μαθήματα στη σχολή και μετά ραντεβού στο κομμωτήριο.

«Δεν μπορώ να τον κρατήσω, Ελένη. Έχω κι εγώ τα δικά μου προβλήματα. Το γόνατό μου πονάει, και πρέπει να πάω στη λαϊκή…» προσπάθησα να δικαιολογηθώ, αλλά η φωνή μου έσπασε. Ήξερα πως δεν θα έλεγα όχι. Ποτέ δεν λέω όχι στα παιδιά μου, ακόμα κι όταν νιώθω ότι πνίγομαι.

«Σε παρακαλώ, μαμά. Μόνο για σήμερα. Δεν έχουμε κανέναν άλλον.»

Έκλεισα το τηλέφωνο και κοίταξα το παλιό ρολόι στον τοίχο. Οι δείκτες έμοιαζαν να με κοροϊδεύουν. Πόσες φορές ακόμα θα βάζω τις ανάγκες των άλλων πάνω από τις δικές μου; Πόσες φορές θα ξεχνάω ποια είμαι;

Σε μισή ώρα χτύπησε το κουδούνι. Η Ελένη στεκόταν στην πόρτα με τον Νικόλα στην αγκαλιά της. Το προσωπάκι του ήταν κατακόκκινο, τα μάτια του μισόκλειστα από την κούραση και τον πυρετό.

«Μαμά, σε ευχαριστώ…» είπε βιαστικά η Ελένη και με φίλησε στο μάγουλο. «Θα σε πάρω τηλέφωνο το μεσημέρι.»

Έμεινα μόνη με τον Νικόλα. Τον πήρα αγκαλιά και κάθισα στον καναπέ. Μύριζε παιδικό σαμπουάν και φάρμακο. Άρχισε να κλαίει αμέσως μόλις έκλεισε η πόρτα πίσω από την Ελένη.

«Έλα, αγόρι μου…» ψιθύρισα και προσπάθησα να του τραγουδήσω ένα παλιό νανούρισμα που του έλεγα όταν ήταν μωρό. Δεν ήθελε τίποτα. Ούτε το γάλα του, ούτε τα παιχνίδια του. Μόνο έκλαιγε και φώναζε «μαμά».

Οι ώρες περνούσαν αργά. Ο πυρετός δεν έπεφτε εύκολα. Κάθε τόσο έπαιρνα τηλέφωνο την Ελένη για να ρωτήσω τι να κάνω. Εκείνη μου έλεγε να του δώσω σιρόπι και να του βάλω κομπρέσες. Όμως ο Νικόλας δεν ήθελε να κάτσει ήσυχος ούτε λεπτό.

Στις 11 χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η Μαρία.

«Γιαγιά, μπορείς να μου σιδερώσεις το πουκάμισο για το ραντεβού; Δεν προλαβαίνω καθόλου σήμερα!»

Ένιωσα το αίμα μου να βράζει.

«Μαρία, έχω τον αδερφό σου άρρωστο! Δεν μπορώ να κάνω κι άλλα!»

«Εντάξει, γιαγιά…» είπε με παράπονο και έκλεισε απότομα.

Ένιωσα τύψεις αμέσως μετά. Πάντα νιώθω τύψεις όταν λέω όχι στα παιδιά ή στα εγγόνια μου. Σαν να μην έχω δικαίωμα να κουραστώ, σαν να πρέπει πάντα να είμαι εκεί για όλους.

Το μεσημέρι ο Νικόλας άρχισε να κάνει εμετό. Πανικοβλήθηκα. Τον πήρα αγκαλιά και άρχισα να ψάχνω το κινητό μου για να καλέσω την Ελένη.

«Μαμά, ηρέμησε…» μου είπε στο τηλέφωνο. «Είναι φυσιολογικό με τον πυρετό. Αν χειροτερέψει, πάρε με ξανά.»

Έκλεισα το τηλέφωνο και κάθισα στο πάτωμα με τον Νικόλα στην αγκαλιά μου. Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα. Θυμήθηκα τότε που ήμουν εγώ νέα μητέρα, μόνη στην Αθήνα, χωρίς βοήθεια από κανέναν. Η μάνα μου είχε πεθάνει νωρίς κι εγώ μεγάλωνα την Ελένη και τον Κώστα σχεδόν μόνη μου. Τότε έλεγα πως όταν μεγαλώσουν τα παιδιά μου, θα ζήσω κι εγώ λίγο για μένα.

Πέρασαν τα χρόνια κι ακόμα περιμένω αυτή τη στιγμή.

Το απόγευμα γύρισε η Μαρία από τη σχολή.

«Γιαγιά, γιατί είσαι έτσι;» με ρώτησε βλέποντας τα μάτια μου πρησμένα.

«Τίποτα, παιδί μου… Κουράστηκα λίγο.»

Η Μαρία κάθισε δίπλα μου και χάιδεψε τα μαλλιά του αδερφού της.

«Ξέρεις… Καμιά φορά νιώθω ότι όλοι μας ζητάμε πολλά από σένα», είπε χαμηλόφωνα.

Την κοίταξα στα μάτια. Ήταν η πρώτη φορά που άκουγα κάποιον από την οικογένεια να το παραδέχεται.

«Είναι δύσκολο να λες όχι στους ανθρώπους που αγαπάς», της είπα.

Το βράδυ γύρισε η Ελένη εξαντλημένη από τη δουλειά.

«Μαμά, συγγνώμη… Ξέρω ότι σε κουράζουμε πολύ», είπε και με αγκάλιασε σφιχτά.

Ένιωσα τα δάκρυά της στον ώμο μου.

«Δεν πειράζει», της ψιθύρισα. «Αλλά κάποια στιγμή πρέπει κι εγώ να ξεκουραστώ.»

Την επόμενη μέρα ο Νικόλας ήταν καλύτερα. Η οικογένεια ξαναβρήκε τους ρυθμούς της κι εγώ έμεινα μόνη στο διαμέρισμα της Κυψέλης, με μια πικρή γεύση στο στόμα.

Αναρωτιέμαι: Πόσες φορές ακόμα θα ξεχνάμε τις δικές μας ανάγκες για χάρη των άλλων; Υπάρχει όριο στην αγάπη μιας γιαγιάς ή μήπως απλώς φοβόμαστε να πούμε «φτάνει»;