Νόμιζα πως το να μείνω με την ξαδέρφη μου θα ήταν η λύση – τώρα ξέρω πόσο λάθος έκανα…
«Σοφία, πάλι ξέχασες να βγάλεις τα σκουπίδια;» Η φωνή της Μαρίας αντήχησε στο μικρό διαμέρισμα της Κυψέλης, διαπερνώντας τον τοίχο που μας χώριζε. Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται. Δεν ήταν η πρώτη φορά που ξεκινούσε έτσι η μέρα μας.
«Μαρία, είχα βάρδια μέχρι αργά χθες. Δεν πρόλαβα…» ψιθύρισα, προσπαθώντας να κρατήσω τη φωνή μου χαμηλή. Ήξερα όμως πως δεν είχε σημασία. Η Μαρία είχε ήδη αρχίσει να μαζεύει τα σκουπίδια με νευρικές κινήσεις, ρίχνοντας μου βλέμματα γεμάτα απογοήτευση.
Όταν πριν έξι μήνες της πρότεινα να μείνουμε μαζί, ήμουν σίγουρη πως ήταν η καλύτερη λύση. Τα ενοίκια στην Αθήνα είχαν εκτοξευτεί, ο μισθός μου ως γραμματέας σε ένα μικρό δικηγορικό γραφείο μόλις που έφτανε για τα βασικά, και η Μαρία μόλις είχε χάσει τη δουλειά της σε ένα καφέ στο Παγκράτι. «Θα είναι σαν παλιά, όπως όταν ήμασταν παιδιά στο χωριό της γιαγιάς», της είχα πει γελώντας. Εκείνη είχε χαμογελάσει διστακτικά, αλλά στα μάτια της είχα δει μια σπίθα ελπίδας.
Τις πρώτες εβδομάδες όλα έμοιαζαν εύκολα. Μαγειρεύαμε μαζί, βλέπαμε παλιές ελληνικές ταινίες τα βράδια και μοιραζόμασταν τα έξοδα. Όμως η καθημερινότητα στην Αθήνα δεν έχει καμία σχέση με τα καλοκαίρια στην Αρκαδία. Οι λογαριασμοί έρχονταν βουνό, η ζέστη του καλοκαιριού έκανε το μικρό μας διαμέρισμα ανυπόφορο και οι δουλειές του σπιτιού άρχισαν να γίνονται αφορμή για καβγάδες.
«Δεν μπορώ να κάνω τα πάντα μόνη μου!» φώναξε μια μέρα η Μαρία, πετώντας το ξεσκονόπανο στον καναπέ. «Εσύ όλο λείπεις ή είσαι κουρασμένη!»
«Κι εγώ δουλεύω, Μαρία! Δεν κάθεσαι κι εσύ όλη μέρα;» ανταπάντησα, νιώθοντας το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου. Ήξερα πως δεν ήταν δίκαιο – εκείνη έψαχνε απεγνωσμένα για δουλειά, αλλά η αγορά ήταν σκληρή. Κάθε μέρα γύριζε σπίτι με ένα βλέμμα χαμένο, κρατώντας φυλλάδια με αγγελίες ή επιστρέφοντας από συνεντεύξεις που δεν πήγαν καλά.
Τα βράδια, όταν καθόμουν στο μπαλκόνι με ένα τσιγάρο, σκεφτόμουν τη μάνα μου στη Σπάρτη. «Πρόσεχε με τους συγγενείς», μου έλεγε πάντα. «Η αγάπη δεν αντέχει πάντα την καθημερινότητα». Τότε γελούσα – τώρα όμως τα λόγια της αντηχούσαν στο μυαλό μου.
Η Μαρία είχε αρχίσει να κλείνεται στον εαυτό της. Δεν μιλούσε πολύ, περνούσε ώρες μπροστά στον υπολογιστή ψάχνοντας δουλειά ή μιλώντας με φίλες της στο Facebook. Τα Σαββατοκύριακα έβγαινε έξω και γύριζε αργά, αφήνοντας πίσω της μια αίσθηση κενού στο σπίτι.
Μια Κυριακή πρωί, καθώς έφτιαχνα καφέ στην κουζίνα, την άκουσα να μιλάει στο τηλέφωνο με τη θεία Ελένη:
«Δεν αντέχω άλλο εδώ… Όλο τσακωνόμαστε. Η Σοφία νομίζει πως όλα είναι εύκολα…»
Ένιωσα το πρόσωπό μου να καίει από ντροπή και θυμό. Δεν ήθελα να ακούσω άλλο, αλλά τα λόγια της είχαν ήδη καρφωθεί μέσα μου.
Το ίδιο βράδυ αποφάσισα να της μιλήσω:
«Μαρία, πρέπει να βρούμε μια λύση. Δεν γίνεται να συνεχίσουμε έτσι…»
Με κοίταξε με μάτια υγρά.
«Κι εγώ το ίδιο νιώθω. Ίσως ήταν λάθος όλο αυτό… Ίσως δεν είμαστε φτιαγμένες για να ζούμε μαζί.»
Για πρώτη φορά μετά από καιρό ένιωσα πως μιλούσαμε αληθινά. Καθίσαμε στο τραπέζι και αρχίσαμε να λέμε όσα μας πλήγωναν: τους φόβους μας για το μέλλον, τις ανασφάλειες για τα λεφτά, την πίεση από τις οικογένειές μας που περίμεναν πάντα να είμαστε «δεμένες».
«Ξέρεις τι με πονάει πιο πολύ;» μου είπε κάποια στιγμή η Μαρία. «Ότι νιώθω πως σε απογοήτευσα…»
Της έπιασα το χέρι.
«Κι εγώ νιώθω το ίδιο. Αλλά ίσως απλώς δεν ήμασταν έτοιμες για κάτι τέτοιο.»
Αποφασίσαμε πως θα ήταν καλύτερα να χωρίσουμε τους δρόμους μας – τουλάχιστον προσωρινά. Η Μαρία θα πήγαινε για λίγο στη θεία Ελένη μέχρι να βρει κάτι δικό της, κι εγώ θα συνέχιζα μόνη μου στο διαμέρισμα.
Τις επόμενες μέρες το σπίτι έμοιαζε πιο άδειο από ποτέ. Τα πράγματα της Μαρίας έλειπαν από το μπάνιο, το γέλιο της δεν αντηχούσε πια στο σαλόνι. Κάθε φορά που άνοιγα την πόρτα περίμενα να τη δω να κάθεται στον καναπέ με το κινητό της – αλλά το μόνο που άκουγα ήταν η σιωπή.
Σκέφτηκα πόσο εύκολα μπορεί μια σχέση – ακόμα και οικογενειακή – να δοκιμαστεί από την καθημερινότητα και τις δυσκολίες της ζωής στην Ελλάδα του σήμερα. Πόσο δύσκολο είναι να βρεις ισορροπία ανάμεσα στην ανάγκη για συντροφιά και στην ανάγκη για προσωπικό χώρο.
Τώρα, μήνες μετά, συναντιόμαστε που και που για έναν καφέ στην πλατεία Βικτωρίας. Μιλάμε για τις δουλειές μας, γελάμε με τις παλιές ιστορίες – αλλά κάτι έχει αλλάξει για πάντα.
Αναρωτιέμαι: Άξιζε τελικά να θυσιάσω την ηρεμία μου για λίγα ευρώ παραπάνω; Μπορεί η αγάπη της οικογένειας να αντέξει τις δυσκολίες της καθημερινότητας ή τελικά κάθε σχέση έχει τα όριά της; Εσείς τι πιστεύετε;