Όταν η σιωπή έγινε κραυγή: Η ιστορία μιας μάνας και της κόρης της στη σκιά του χωριού
«Ελένη! Γιατί δεν απαντάς; Πες μου ότι είσαι καλά!» φώναξα στο τηλέφωνο για πέμπτη φορά εκείνο το βράδυ. Η φωνή μου αντήχησε στο άδειο διαμέρισμα της Αθήνας, ενώ έξω η βροχή χτυπούσε τα τζάμια. Εδώ και μια εβδομάδα, η κόρη μου δεν είχε δώσει σημεία ζωής. Από τότε που παντρεύτηκε τον Γιώργο και μετακόμισε στο χωριό του, μιλούσαμε κάθε δεύτερη μέρα, ακόμα κι αν ήταν για λίγα λεπτά. Τώρα, όμως, το τηλέφωνο έμενε σιωπηλό.
Η ανησυχία είχε γίνει κόμπος στο στομάχι μου. Ο άντρας μου, ο Σταύρος, προσπαθούσε να με καθησυχάσει. «Μαρία, μπορεί να έχει δουλειές, να μην έχει σήμα. Στα χωριά αυτά συμβαίνει.» Μα εγώ ήξερα την Ελένη μου. Δεν θα άφηνε ποτέ τόσες μέρες να περάσουν χωρίς ένα μήνυμα.
Το επόμενο πρωί, χωρίς να πω τίποτα σε κανέναν, μπήκα στο αυτοκίνητο και πήρα τον δρόμο για το χωριό. Οι στροφές του βουνού με ζάλιζαν, αλλά το μυαλό μου ήταν αλλού. Θυμόμουν την τελευταία μας συζήτηση: «Μαμά, όλα καλά εδώ. Ο Γιώργος δουλεύει πολύ, αλλά προσπαθούμε…» Κάτι στη φωνή της τότε με είχε ανησυχήσει, μια σκιά που δεν μπορούσα να εξηγήσω.
Έφτασα στο χωριό λίγο πριν το μεσημέρι. Τα σπίτια ήταν σκοτεινά, ο δρόμος άδειος. Χτύπησα την πόρτα της Ελένης με δύναμη. Καμία απάντηση. Ξαναχτύπησα. Τότε άκουσα βήματα και η πόρτα άνοιξε αργά. Η Ελένη στεκόταν μπροστά μου, χλωμή, με μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια.
«Μαμά; Τι κάνεις εδώ;» ψιθύρισε.
«Ήρθα γιατί ανησύχησα! Γιατί δεν απαντάς;»
Έσκυψε το κεφάλι. «Δεν είχα σήμα… και… ήμουν κουρασμένη.»
Τότε είδα τα χέρια της. Τα νύχια της ήταν σπασμένα, γεμάτα πληγές και αίμα. Τα δάχτυλά της έτρεμαν.
«Ελένη! Τι έπαθες; Ποιος σου το έκανε αυτό;» φώναξα.
Τράβηξε τα χέρια πίσω από την πλάτη της. «Τίποτα, μαμά. Έπεσα στον κήπο.»
Δεν την πίστεψα ούτε στιγμή. Μπήκα μέσα χωρίς να περιμένω άδεια. Το σπίτι μύριζε υγρασία και κάτι άλλο… φόβο. Ο Γιώργος δεν ήταν εκεί.
«Πες μου την αλήθεια!» επέμεινα.
Η Ελένη κάθισε στον καναπέ και άρχισε να κλαίει σιωπηλά. «Δεν μπορώ… Αν μάθει ότι σου είπα κάτι…»
Ένιωσα το αίμα μου να παγώνει. «Ο Γιώργος; Σε πειράζει;»
Δεν απάντησε, μόνο έγνεψε καταφατικά με δάκρυα στα μάτια.
«Θα φύγεις μαζί μου τώρα!» είπα αποφασιστικά.
«Δεν μπορώ… Δεν έχω πού να πάω… Και τι θα πει το χωριό;»
Στο χωριό όλα μαθαίνονται γρήγορα. Οι γείτονες κοιτούσαν από τα παράθυρα, ψιθυρίζοντας μεταξύ τους. Ήξερα ότι αν έφευγε μαζί μου, θα γινόταν στόχος κουτσομπολιού και ίσως χειρότερου.
Το απόγευμα γύρισε ο Γιώργος. Μόλις με είδε, το πρόσωπό του σκοτείνιασε.
«Τι θέλεις εδώ;» ρώτησε ψυχρά.
«Ήρθα να δω την κόρη μου! Γιατί είναι έτσι τα χέρια της;»
«Είναι αδέξια. Όλο πέφτει.»
Η φωνή του ήταν γεμάτη ειρωνεία και κάτι άλλο… απειλή.
Το βράδυ, όταν έπεσε το σκοτάδι, κάθισα με την Ελένη στην κουζίνα.
«Πρέπει να φύγεις από εδώ,» της ψιθύρισα. «Θα σε βοηθήσω εγώ.»
«Μαμά, φοβάμαι… Αν μάθει ότι σχεδιάζω να φύγω…»
Της έπιασα τα χέρια απαλά. «Δεν είσαι μόνη σου.»
Την επόμενη μέρα πήγα στο καφενείο του χωριού για να βρω βοήθεια. Ο παπάς του χωριού, ο παπα-Νικόλας, με κοίταξε με κατανόηση όταν του μίλησα χαμηλόφωνα.
«Παιδί μου, αυτά τα πράγματα είναι δύσκολα εδώ… Αλλά αν χρειαστείς βοήθεια, θα είμαι δίπλα σας.»
Γύρισα στο σπίτι αποφασισμένη. Το ίδιο βράδυ, όταν ο Γιώργος έφυγε για το καφενείο, μάζεψα τα πράγματα της Ελένης σε μια τσάντα.
«Πάμε τώρα!» της είπα.
Τρέξαμε μέχρι το αυτοκίνητο μέσα στη νύχτα. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή. Πίσω μας ακούστηκαν φωνές – κάποιος μας είχε δει! Μπήκαμε στο αυτοκίνητο και ξεκινήσαμε για την Αθήνα.
Στον δρόμο η Ελένη έκλαιγε σιωπηλά.
«Μαμά… φοβάμαι ότι δεν θα ξεφύγω ποτέ από αυτόν.»
Της έσφιξα το χέρι. «Θα είμαι πάντα δίπλα σου.»
Σήμερα ζούμε μαζί στην Αθήνα. Η Ελένη παλεύει ακόμα με τους εφιάλτες της και τις πληγές – όχι μόνο στα χέρια της αλλά και στην ψυχή της. Ο Γιώργος μας απειλεί ακόμα από μακριά, αλλά δεν θα τον αφήσω να μας ξαναπληγώσει.
Αναρωτιέμαι συχνά: Πόσες γυναίκες ζουν στη σιωπή από φόβο; Πόσες μάνες αγνοούν τα σημάδια μέχρι να είναι αργά; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;