«Μαμά, πάντα μπορούσες…» – Το καλοκαίρι μου με τα εγγόνια και η σιωπηλή απογοήτευση

«Μαμά, πάντα μπορούσες να βοηθήσεις, έτσι δεν είναι;» Η φωνή της κόρης μου, της Ελένης, αντηχεί ακόμη στ’ αυτιά μου, γεμάτη μια παράξενη βεβαιότητα. Ήταν αρχές Ιουνίου, όταν με πήρε τηλέφωνο, σχεδόν διατάζοντας – όχι ζητώντας – να κρατήσω τα παιδιά της για το καλοκαίρι. «Ξέρεις πόσο δύσκολα είναι τα πράγματα στη δουλειά… Ο Πέτρος λείπει όλη μέρα, εγώ δεν αντέχω άλλο. Τα παιδιά σε λατρεύουν. Θα είναι μόνο για τρεις μήνες.»

Δεν είπα όχι. Πώς να πεις όχι στο παιδί σου; Πώς να πεις όχι στα εγγόνια σου, που τρέχουν στην αγκαλιά σου με μάτια γεμάτα φως; Έτσι βρέθηκα ξανά στο παλιό μας σπίτι στη Νέα Σμύρνη, με δύο μικρά αγγελούδια – τον Γιωργάκη και τη Μαρία – να γεμίζουν το διαμέρισμα με φωνές, γέλια και… φασαρία.

Τις πρώτες μέρες ένιωθα ευλογημένη. Ξυπνούσα νωρίς, ετοίμαζα πρωινό με φρέσκο ψωμί από τον φούρνο της γειτονιάς, άκουγα τα μικρά να τσακώνονται για το ποιος θα φορέσει πρώτος τα παπούτσια του. Η Μαρία ήθελε πάντα να της πλέκω κοτσιδάκια, ο Γιωργάκης να του διαβάζω ιστορίες για ήρωες και τέρατα. Ένιωθα ξανά χρήσιμη, απαραίτητη.

Όμως σιγά σιγά, η καθημερινότητα άρχισε να βαραίνει. Τα παιδιά είχαν απαιτήσεις – ήθελαν βόλτες στην παιδική χαρά, παγωτό κάθε απόγευμα, παιχνίδια που δεν ήξερα πια πώς να παίζω. Η Ελένη ερχόταν βιαστική το πρωί, άφηνε τα παιδιά και έφευγε χωρίς ένα φιλί, χωρίς ένα «ευχαριστώ». Το βράδυ τα έπαιρνε κουρασμένη, με το βλέμμα χαμένο στο κινητό της.

Μια μέρα, καθώς μάζευα τα παιχνίδια από το πάτωμα, άκουσα τη Μαρία να λέει στον αδερφό της: «Η γιαγιά δεν ξέρει να παίζει όπως η μαμά.» Ένιωσα ένα μαχαίρι στην καρδιά. Προσπαθούσα τόσο πολύ…

Το σπίτι γέμισε ξανά ζωή αλλά και θόρυβο. Οι γείτονες παραπονέθηκαν για τις φωνές. Ο κύριος Σταύρος από δίπλα χτύπησε την πόρτα: «Συγγνώμη κυρία Σοφία, αλλά τα παιδιά σας κάνουν πολύ φασαρία…» Ντράπηκα. Πάντα ήμουν διακριτική, ήσυχη. Τώρα ένιωθα βάρος.

Τα βράδια καθόμουν μόνη στην κουζίνα, κοιτώντας τις φωτογραφίες στον τοίχο – ο άντρας μου ο Μανώλης, που έφυγε πριν τρία χρόνια, η Ελένη μικρή στην παραλία της Καλαμάτας, ο γιος μου ο Νίκος που ζει στη Θεσσαλονίκη και σπάνια τηλεφωνεί. Αναρωτιόμουν: Πότε έγινα αόρατη; Πότε η αγάπη μου έγινε δεδομένη;

Ένα απόγευμα του Ιουλίου, η Ελένη ήρθε νωρίτερα από τη δουλειά. Με βρήκε να μαλώνω τα παιδιά γιατί είχαν ρίξει χυμό στο χαλί. «Μαμά, γιατί φωνάζεις; Δεν μπορείς να είσαι λίγο πιο υπομονετική;» είπε αυστηρά. Ένιωσα να καίγομαι από ντροπή και θυμό.

«Ελένη, προσπαθώ… Δεν είναι εύκολο πια. Κουράζομαι.»

Με κοίταξε σαν να μην καταλάβαινε. «Μαμά, πάντα μπορούσες. Τώρα τι άλλαξε;»

Ήθελα να ουρλιάξω: άλλαξε το σώμα μου που πονάει, άλλαξαν οι αντοχές μου, άλλαξε η καρδιά μου που κουράστηκε να δίνει χωρίς να παίρνει τίποτα πίσω. Αλλά δεν είπα τίποτα. Κατάπια τα λόγια μου όπως κατάπια τόσα χρόνια τις ανάγκες και τα όνειρά μου.

Τις επόμενες μέρες έγινα σκιά του εαυτού μου. Έκανα όσα έπρεπε μηχανικά – μαγείρεμα, καθάρισμα, παιχνίδι – αλλά χωρίς χαρά. Τα παιδιά το ένιωσαν. Η Μαρία με ρώτησε: «Γιαγιά, γιατί είσαι λυπημένη;» Δεν ήξερα τι να απαντήσω.

Ένα βράδυ πήρα τηλέφωνο τον Νίκο στη Θεσσαλονίκη. «Γιε μου, πότε θα έρθεις να μας δεις;»

«Μαμά, έχω πολλή δουλειά… Ίσως τον Αύγουστο.»

«Σε χρειάζομαι,» ψιθύρισα. Δεν το άκουσε – ή έκανε πως δεν το άκουσε.

Η μοναξιά έγινε φίλη μου αυτό το καλοκαίρι. Οι φίλες μου είχαν φύγει στα χωριά τους ή είχαν κι αυτές εγγόνια να προσέχουν. Η τηλεόραση έπαιζε στο βάθος ειδήσεις για ακρίβεια, φωτιές στην Πεντέλη, πολιτικούς που υπόσχονταν καλύτερες μέρες. Εγώ περίμενα ένα ευχαριστώ.

Μια μέρα η Ελένη ξέχασε να πάρει τα παιδιά στην ώρα τους. Έμειναν μαζί μου μέχρι αργά το βράδυ. Ο Γιωργάκης με ρώτησε: «Γιαγιά, γιατί η μαμά αργεί πάντα;» Τι να του πω; Ότι η ζωή τρέχει και μας προσπερνάει όλους;

Όταν τελείωσε το καλοκαίρι και τα παιδιά γύρισαν στο σχολείο, η Ελένη με αγκάλιασε βιαστικά: «Ευχαριστώ μαμά…» Το είπε σχεδόν ψιθυριστά. Δεν ξέρω αν το ένιωσε.

Έμεινα μόνη στο σπίτι με τη σιωπή και τις αναμνήσεις μου. Κοίταξα τον καθρέφτη και είδα μια γυναίκα κουρασμένη αλλά περήφανη – γιατί έδωσε όλη της την αγάπη χωρίς ανταλλάγματα.

Αναρωτιέμαι: Πόσες μανάδες και γιαγιάδες στην Ελλάδα νιώθουν σαν εμένα; Πόσες φορές η αγάπη μας περνάει απαρατήρητη; Μήπως τελικά ζητάμε πολλά όταν ζητάμε λίγη αναγνώριση;